Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Αγάπη παράνομη: ένα διήγημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη

Κωνσταντίνος Θεοτόκης,  «Αγάπη παράνομη»
Από τη συλλογή διηγημάτων «Κορφιάτικες Ιστορίες»

Από τα συγκλονιστικότερα και πιο μακροσκελή διηγήματα του Θεοτόκη, όπου το ανυπόταχτο κι ανεξέλεγκτο πάθος ενός πεθερού για τη νύφη του θα σύρει στο θάνατο τη νεαρή κοπέλα και αυτόν θα τον κάνει μισότρελο  φυγά από την ίδια του την  πόλη.
Ο Θεοτόκης έχοντας εντρυφήσει βαθιά στην ανθρώπινη ψυχολογία και στα στάδια του παθιασμένου ερωτικού αισθήματος θα περιγράψει την άνομη θανάσιμη σχέση  και τους βασικούς μοιραίους πρωταγωνιστές της βυθίζοντας μας σε διλήμματα για τη μοιρασιά της θλίψης μας.
 Σε ποιον αναλογεί μεγαλύτερο κομμάτι; Συμπάσχουμε με ποιον; Με τον πατέρα, τον στιβαρό νοικοκύρη Αντώνη Θεριανό που χάνει τον έλεγχο, στα στερνά του, έχοντας διανύσει μια ενάρετη ζωή εύπορου χωρικού  μέσα σε μια οικογένεια- πρότυπο κανονικότητας-, καμάρι σε όλο το Δαφνύλα, με σύζυγο όμορφη και προκομμένη και τσούρμο παιδιά ή με την ήρεμη νοικοκυρά- σύζυγο που μετατρέπεται σε τέρας αποφασιστικότητας αλλά και μίσους για να προστατέψει τα παιδιά της;  ή τέλος στην πιο έρημη ευθυνών, το αθώο κορίτσι που φέρει την άγνοια της ομορφιάς του σαν ένα βαρύ οπλοστάσιο πάνω του, έτοιμο να εκπυρσοκροτήσει και να κατακαύσει ανθρώπους και να ρημάξει ζωές;

Χωρική από τον Ποταμό, Β. Μποκατσιάμπης

 Το ότι αγνοεί τούτο το βαρύ οπλισμό τη φανερώνει σε μας τόσο τραγική, τόσο συμπαθητική και μοιραία ταυτόχρονα. Η μοναξιά της εντείνει τα μελανά χρώματα του πεπρωμένου της, κανείς δε στέκεται κοντά της, είναι η πλήρης απομόνωση. Η γυναίκα που βγαίνει νύφη από το σπίτι της είναι αυτονόητο- στη ζωή του χωριού- ότι η πόρτα του πατρικού κλείνει οριστικά κι αμετάκλητα πίσω της, αδιαφορώντας για τα ακούσια τραγικά που θα συμβούν στη ζωή της.
 Ο Θεοτόκης αγαπούσε τις γυναίκες της υπαίθρου, τις κοίταζε συμπάσχοντας, όχι με την πρόστυχη περιέργεια του αριστοκράτη για τη χωριάτικη ψυχή, μόνο με γνήσιο ενδιαφέρον, και ανάτεμνε τις ψυχές τους, τις αγαπούσε και τις νοιάζονταν. Έβλεπε, από τον πατέρα και μετά στο σύζυγο πως δεν τις συνόδευε κανένα έλεος, ήταν αποδέκτες απλώς της βίαιης, κτηνώδους κι ανελέητης αντρικής βούλησης και τούτη τη βιαιότητα και τη σκληράδα πάλι οι ίδιες τη χρεώνονταν. Να γιατί μαραίνονταν γρήγορα, μετατρέπονταν αίφνης σε χονδροειδή πλάσματα κενά από ζωή, οι όμορφες πληρώνοντας πιο επώδυνα και γρηγορότερα το τίμημα της γυναικείας τους φύσης.
Όταν καταλαβαίνουν νύφη και πεθερά τη φριχτή πρόθεση του άντρα και υποσυνείδητα γνωρίζοντας το αμετάκλητο της , η πρώτη με την ελπίδα της εναντίωσης στο πεπρωμένο μουνταίνει τα ασπρόρουχα της στον καπνό της στιάς, δε βάζει χρωματιστά ρούχα και στολίδια,  δε σηκώνει τα μάτια από το πάτωμα και η κυρά του σπιτιού δεν την αφήνει από τα μάτια της, κι ενώ ξέρει την αθωότητα της νεανικής ψυχής ήδη την έχει καταδικάσει, ήδη θεωρεί το λευκό παρθενικό σώμα μολυσμένο κι ανίερο.
Ο Αντώνης Θεριανός  μέχρι και τη στιγμή που θα τον συνεπάρει ορμητικό το πάθος είναι ορθολογιστής, χωρίς ίχνος βιαιότητας,  χωρίς τάσεις προσέγγισης άλλων γυναικών, εξαιρετικά «πολιτισμένος» για τα όρια της υπαίθρου, εύπορος κι ευυπόληπτος.  Αρχικά μεταφράζει και εκλογικεύει το άλογο πάθος που τον κυριεύει ως θαυμασμό σπρώχνοντας το γιό του, αν και μικρός στην ηλικία να την παντρευτεί. Το μυαλό στον έρωτα στροφάρει με εκπληκτικό τρόπο και μηχανεύεται απίθανα σχέδια με τέλεια αποτελεσματικό τρόπο, κι ενώ ο παθιασμένος δεν περπατά ποτέ το μονοπάτι της λογικής για τα σχέδια αυτά ξεστρατίζει για λίγο σε αυτό, το πνεύμα έχει μια φοβερή αναλαμπή κι εγρήγορση για να φτάσει στο ποθούμενο. Ακόμα όμως,- και όχι αυτή τη στιγμή-, προσπαθώντας να πείσει τη γυναίκα του για το γάμο, δεν έχει συνειδητοποιήσει τον ανίερο σκοπό της φλογισμένης του ύπαρξης.
 Το πάθος ορμητικό και χειμαρρώδες  θα τον σαρώσει μόνο τη μέρα του γάμου, όταν αλλάζουν τα στέφανα  οι νεόνυμφοι ,και περισσότερο μέσα στη φαντασμαγορία της χωριάτικης γιορτής, όταν το κρασί νοθεύει την οξύνοια των κόκκινων- σχεδόν ηλίθιων προσώπων -και η απουσία παρατηρητικότητας των συνδαιτημόνων-ευδαιμονία για κάθε ερωτευμένη ψυχή- δημιουργεί το τέλειο περιβάλλον να ξεχυθεί το ακατανόητο και ανείπωτο, φανερωμένο μονάχα σε έναν νηφάλιο παρατηρητή που πλήττει  κι αναζητά διέγερση των αισθήσεων του.  Τότε το σώμα προδίδεται, από την παγερή  ωχρότητα,  το βεβιασμένο άσχημο γέλιο, τα θολά μάτια με τις διεσταλμένες κόρες και τον πυρετό της ζήλιας να συνθλίβει με ευκολία ακόμα και την – σαφώς αναμφισβήτητη;- πατρική αγάπη.  Το πρόσωπο αυτό ποτέ πια δε θα είναι το ίδιο, δεν υπάρχει επιστροφή, το ξέρει αυτό ο καθένας που έζησε το πάθος εκείνο- το χωρίς έλεγχο.
Μάσκα δε φοριέται πλέον σε τούτο το πρόσωπο, προδίδεται εύκολα στη θέα των νεόνυμφων που ανοίγουν χαρούμενοι το παράθυρο να δουν τον ήλιο , ύστερα από τη γαμήλια νύχτα. Σηκώνει το «κρασισμένο» ακόμα κεφάλι, σε ένα χώρο που οι άλλοι αμέριμνα κάνουν τις συνηθισμένες πρωινές δουλειές τους και βλέπει την ευτυχία των νεανικών αγκαλιασμένων  κορμιών να ατενίζουν το πρωινό φως της νέας τους ζωής και έρχεται η απόγνωση χωρίς φραγμό, χωρίς ηθικό ενδοιασμό και μετουσιώνεται σε σπαρακτική κραυγή.
«Πω! Πω!» εφώναξε σκεπάζοντας το πρόσωπο καρδιοπονεμένος.
«Ζηλεύεις» του είπε η γυναίκα του από μέσα τρέμοντας και κιτρινίζοντας. «Στα Σόδομα δεν έκαναν χειρότερα. Θα βουλήσει το χωριό για την αμαρτία σου, ντροπή σου!»
«Ο άθρωπος» ξακολούθησε εκείνη «τρελαίνεται τρεις φορές, στα νιάτα, στα μεσάτα και στα γεράματα. Ο θεός να σου συχωρέσει τον αμαρτωλό λογισμό, γιατί έχεις χαμένο το νου σου.»
Η Διαμάντω, η γυναίκα του, είναι το πρώτο πρόσωπο που μοιράζεται το επαίσχυντο μυστικό της καρδιάς του και η αντίδραση της δεν περικλείει διόλου εκείνο το συναίσθημα του πληγωμένου εγωισμού μιας προδομένης γυναίκας αλλά ως το βασικό κύτταρο μιας ενωμένης μέχρι τώρα οικογένειας νιώθει την απειλή της θεϊκής κατάρας πάνω στο νοικοκυριό της και κυρίως στα υπόλοιπα παιδιά της, όπου το στίγμα της πατρικής αμαρτίας θα τα σημαδέψει για πάντα.
Αποκτά σαν την κυρά- Επιστήμη στην «Τιμή και το χρήμα» σιδερένια βούληση, γίνεται αίφνης ο άντρας του σπιτιού, ικανή για όλα, βάζει σε προστατευμένο κλουβί μόνο τα παιδιά της αφήνοντας απέξω τα μιαρά τέρατα της φύσης, σύζυγο και νύφη. Όταν ο γιος φεύγει φαντάρος και το «κακό» παρά τις προφυλάξεις της διαπράττεται,  εκείνη  το οσμίζεται αμέσως και οχυρώνεται πια για πόλεμο.
Συνέβη ένα κρύο θλιβερό απόγευμα της Αποκριάς όταν η νύφη βρίσκονταν στον κήπο, ανυποψίαστη κι αφηρημένη- η στρατηγική της αδιαφορίας και η υποκρισία της παροδικής τρέλας- χαλάρωσαν την προσοχή των γυναικών και ωρίμασε πια ο χρόνος να εκπληρωθεί το πάθος, χωρίς περιττούς ρομαντισμούς, χωρίς δισταγμό, με πρωτοφανή αγριότητα και φόβο μαζί , μην τυχόν κάποιο απροσδόκητο γεγονός έφερνε τη ματαίωση.
«Και από τότε εκυλιόντουν και οι δυο στο βούρκο» γράφει ο Θεοτόκης, με τη Χρυσαυγή να σωπαίνει από τις ενοχές που συνοδεύουν πάντα το θύμα κι εκείνον να επιστρατεύει τις άμυνες του να διατηρήσει κυρίως το προσωπείο της  αδιαφορίας. Όταν μένει έγκυος το τέλος του δύσβατου δρόμου αρχίζει να αχνοφαίνεται. Η πεθερά-μάνα πάνω από όλα-σπρώχνεται στην αναγκαιότητα της συμμαχίας με τους αμαρτωλούς, να μην καταλάβει τίποτα ο κόσμος και χαθούν και τα υπόλοιπα παιδιά της. Ο Αντώνης ο Θεριανός δεν είναι πια ο στιβαρός άντρας-καμάρι του χωριού- είναι ένα αδύναμο εξαρτημένο ανθρωπάκι, αποστραγγισμένο από κάθε ζωή, υπάκουο πιόνι και στην πιο παράλογη απαίτηση της νόμιμης γυναίκας του. Είναι έτοιμος πια να πληρώσει, όχι χωρίς κάποια λιποψυχία. Παρά τον πόνο της ψυχής του δέχεται υποτακτικά να θανατώσουν το «μούλικο» μέσα στη βρώμικη αποθήκη που ξεγέννησε το νεαρό κορίτσι δίνοντας του μόνο νερό και ζάχαρη, να γλυκάνουν το θάνατο του, να μειωθούν οι ενοχές τους.
Το κορίτσι ψυχομαχάει στο αχυρένιο στρώμα από τη δύσκολη γέννα και προσπαθεί μάταια με αχνή φωνή και λίγη ψυχή να σώσει το νεογέννητο, όμως είναι σαν να μην υπάρχει πια, από πρωταγωνίστρια στο δράμα είναι πια ένας τιποτένιος κομπάρσος, που πρέπει να εγκαταλείψει το σκηνικό πάση θυσία. Έτσι και γίνεται. Ο Αντώνης Θεριανός χάνεται με σαλεμένα τα λογικά μέσα στη νύχτα και κανείς πια δεν τον ξαναβλέπει.
Με την εξαφάνιση και των τριών τους η επόμενη μέρα λάμπει φωτεινή, η ισορροπία έχει αποκατασταθεί, μόνο δυο οικογένειες καλύπτουν καλά καλά τις χάσκουσες πληγές τους κλείνοντας τες ερμητικά στο μπαούλο των οικογενειακών μυστικών, που άλλωστε όλοι έχουμε ένα σε κάποια γωνιά του σπιτιού μας.


Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Η απελευθέρωση της Κέρκυρας: εντάσεις και παρανοήσεις

Οι δυνάμεις του τακτικού ΕΔΕΣ που στάλθηκαν στην Κέρκυρα για την υλοποίηση των όρων της συμφωνίας της Καζέρτας αποβιβάζονται στη Μεσογγή τη νύχτα της 8ης Οκτώβρη. Το προγεφύρωμα για την αποβίβαση, που υπήρξε αναίμακτη, κάλυψαν οι δυνάμεις του Εφεδρικού ΕΔΕΣ Λευκίμμης με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Μεταξά.

Οι αρχές πληροφορήθηκαν την απόβαση από την επιστολή του Μητροπολίτη Παραμυθίας Δωρόθεο προς τον Μητροπολίτη Κέρκυρας Μεθόδιο.

«Σεβασμιώτατε εν Χριστώ αδελφέ,
Μετά μεγίστης συγκινήσεως σας γράφω τας γραμμάς ταύτας, καθ΄ην στιγμήν πατώ την ένδοξον γην της Κέρκυρας. Σκοπός της παρούσης μου είναι όπως εγχειρήσετε καταλλήλως την επιστολήν εις τους Γερμανούς, την οποίαν μετά της παρούσης λαμβάνετε και την οποία γράφει αντιπρόσωπος της Συμμαχικής Αποστολής και δι ης συνιστά εις αυτούς, αφού συναντηθώσι, να συζητήσωσι το ζήτημα της παραδόσεως των. Επιπλέον, εάν επιθυμούν αναλαμβάνομεν και ημείς την ασφάλεια των δια την παράδοσιν. Ημείς θα τους διευκολύνωμεν πολύ και θα μείνωσι ευχαριστημένοι ως οι εν Ηγουμενίτσι παραδοθέντες, τους οποίους επεριποιήθημεν πολύ καλά. Θαυμάζομεν την ανδρεία και πειθαρχία των αλλά οι πόλεμοι κλίνουν πότε εις το εν και πότε εις το άλλο μέρος.
Ειδοποιήσατε και τον Διοικητήν της Χωροφυλακής να έλθη αμέσως προς συνάντησιν μας, καθώς και ο Διοικητής της Αστυνομίας Πόλεων, δηλ. και οι δυο ομού.
Της Υμετέρας φίλης και περισπουδάστου μοι Σεβασμιότητος εν Χριστώ αδελφός όλως πρόθυμος.

Ο Παραμυθίας ΔΩΡΟΘΕΟΣ»

Η επαφή με τις δυνάμεις του τακτικού ΕΔΕΣ πραγματοποιήθηκε κάπου στα Μωραϊτικα. Ο μητροπολίτης Δωρόθεος, ο ταγματάρχης Δ. Σαρρής, διοικητής του τάγματος, και αξιωματικοί του τοπικού ΕΔΕΣ υποδέχτηκαν το Μητροπολίτη και τους συνοδούς του. Έπειτα από τις παρουσιάσεις και την παράδοση της απάντησης του γερμανού διοικητή ο ταγματάρχης Σαρρής δήλωσε ότι είχε έρθει στην Κέρκυρα ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, προκειμένου να εφαρμοστεί το Σύμφωνο της Καζέρτας, όπου θα καθορίζονταν θέματα σχετικά με τη δράση, τον έλεγχο και τον αφοπλισμό των ένοπλων τμημάτων αντίστασης που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής στον ελληνικό χώρο, προκειμένου η χώρα να οδηγηθεί στην ομαλότητα μετά την απελευθέρωση.
Όσον αφορά στην πολιτική διοίκηση θα παρέμενε η ίδια μέχρι την άφιξη του Κυβερνητικού Αντιπροσώπου για τα Ιόνια Νησιά, που είχε διορίσει η Κυβέρνηση.
Ο αρχηγός του ΕΛΑΣ Τριβυζάς δέχτηκε την άποψη αυτή δηλώνοντας ότι θα πειθαρχήσει. Αντίθετα, οι Μωραϊτης και Άνθης ζήτησαν να εφαρμοστεί η συμφωνία των κερκυραϊκών οργανώσεων της 4ης Οκτώβρη για συνδιοίκηση. Ωστόσο η άποψη αυτή δεν έγινε δεκτή εφόσον οι νεότερες αποφάσεις προέρχονταν από την Κυβέρνηση και όχι από τον ΕΔΕΣ. Παράλληλα ο Σαρρής δηλώνει ότι την επομένη το πρωί θα έμπαινε στην πόλη επικεφαλής των τμημάτων του.
Στις 10 Οκτώβρη η ελληνική σημαία κυμάτιζε στο Σταυρό του Παλαιού Φρουρίου. Η είσοδος των τμημάτων του Σαρρή πραγματοποιήθηκε στις 4μ.μ κάτω από καταρρακτώδη βροχή. Είχαν προηγηθεί δυο ώρες πριν ο Μητροπολίτης Δωρόθεος, ο Σαρρής και άλλοι αξιωματικοί για να ρυθμίσουν θέματα στρατωνισμού των τμημάτων αυτών. Η νέα στρατιωτική διοίκηση εγκαταστάθηκε στη Νομαρχία, στο κτίριο του πρώην εκπαιδευτηρίου ¨Καποδίστριας».
Η εγκατάσταση των δυνάμεων του ΕΔΕΣ στην πόλη συντελέστηκε ομαλά και χωρίς να σημειωθεί κανένα επεισόδιο. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ παρόλο που πειθάρχησαν στη διαταγή του Στρατιωτικού αρχηγού τους για αποστράτευση δεν αντέδρασαν. Διατήρησαν ωστόσο τις θέσεις τους σε διάφορα σημεία της πόλης ενώ αναμένονταν η Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή και ο Κυβερνητικός Αντιπρόσωπος.

Οι Κερκυραίοι γιορτάζουν την απελευθέρωση.

Πράγματι, στις 10 Οκτώβρη καταφτάνει η Κυβερνητική Αποστολή αποτελούμενη από τον αμερικανό λοχαγό Ρότζερς, τον άγγλο υποπλοίαρχο Μπέϊκον και τον ανθυπασπιστή διερμηνέα Γεωργίου. Κατόπιν συνεννοήσεως των παραγόντων αποφασίζεται να εορταστεί η απελευθέρωση του νησιού την επομένη το πρωί, με δοξολογία στο Μητροπολιτικό ναό και με λαϊκή συγκέντρωση στην πάνω πλατεία, με ομιλητή το Μητροπολίτη Μεθόδιο και τους συμμάχους αξιωματικούς.

Ο Μητροπολίτης Παραμυθιάς Δωρόθεος, δεξιά - όπως βλέπουμε - του στρατηγού Ζέρβα με στολή αντάρτη.
Αριστερά του Ζέρβα διακρίνεται ο Επίσκοπος Κέρκυρας και Παξών, Μεθόδιος Κοντοστάνος.

Όπως ήταν αναμενόμενο τόσο στη δοξολογία όσο και στη συγκέντρωση δε συνέρρευσε το σύνολο των κερκυραίων πολιτών. Το ΕΑΜ θεώρησε τη συγκέντρωση ως συγκέντρωση του ΕΔΕΣ και αρνήθηκε να λάβει μέρος, οργανώνοντας παράλληλα την ίδια ώρα- ως επίδειξη της λαϊκής του δύναμης- άλλη συγκέντρωση στην πλατεία Γ. Θεοτόκη. Η διάσπαση των δυνάμεων και τα πολιτικά συνθήματα που εκτοξεύτηκαν και από τις δυο πλευρές δηλητηρίασαν την χαρούμενη γιορταστική ατμόσφαιρα των πρώτων ωρών της απελευθέρωσης. Ο αμερικανός σύνδεσμος αντιλαμβανόμενος την κρίσιμη κατάσταση έκρινε σωστό να οδηγήσει τα πράγματα σε άμεσο κατευνασμό. Δέχονται λοιπόν τη δικαιολογία- για να κρατήσουν τα προσχήματα- ότι η αλλαγή της ώρας (από το πρωί της 11ης Οκτώβρη είχε καταργηθεί η θερινή ώρα, που είχαν επιβάλλει οι Γερμανοί) καθυστέρησε την προσέλευση του κόσμου στην επίσημη συγκέντρωση της Πλατείας και κατευθύνονται αυτοί πλέον στην πλατεία Γ. Θεοτόκη όπου θα μιλήσουν στο πλήθος από τον εξώστη της οικίας Μαρόλλα. Στις σύντομες ομιλίες τους τόσο ο Ρότζερς όσο και ο Μπέηκον φρόντισαν να ενισχύσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και να εδραιώσουν την πεποίθηση ότι ξεκινά ένας νέος ελπιδοφόρος κύκλος στη ζωή του νησιού με την υπόσχεση της ανεπιφύλακτης συμπαράστασης και αρωγής στο έργο της ανοικοδόμησης.

Οι ταραχές

Κι ενώ οι ομιλίες συνεχίζονται μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού στο βάθος της πλατείας ηχεί ένας πυροβολισμός, του οποίου η προέλευση δεν εξακριβώθηκε ποτέ και που ωστόσο κατά μία εκδοχή είχε σαν στόχο τον τότε διευθυντή της αστυνομίας Ηρ. Δεδόπουλο. Τον πυροβολισμό ακολούθησαν ριπές αυτόματων όπλων που ρίχτηκαν στον αέρα από άντρες του 65ου Συντάγματος της Χ Μεραρχίας του ΕΔΕΣ- της τακτικής μονάδας που είχε αποβιβαστεί στη Στρογγυλή- εγκατεστημένους στους εξώστες του Τηλεγραφείου και στην είσοδο των γραφείων της Διοικήσεως Χωροφυλακής. Ο κόσμος πανικόβλητος άρχισε να σκορπίζεται άτακτα στα γύρω στενά αναζητώντας καταφύγιο, ενώ οι πυροβολισμοί συνεχίζονταν ακολουθούμενοι και από εκρήξεις χειροβομβίδων.
Τον πανικό και τη σύγχυση διαδέχτηκαν η έξαψη και ο εξακοντισμός αλληλοκατηγοριών ανάμεσα στις δυο παρατάξεις. Η Αστυνομία αδυνατούσε να διατηρήσει την τάξη, οι λόγοι διακόπηκαν και όλοι επέστρεψαν στη Νομαρχία, την έδρα της Στρατιωτικής Διοικήσεως. Οι σφοδρές διαμάχες μαίνονταν και το τεταμένο κλίμα οδηγούσε με βεβαιότητα στην ένοπλη σύγκρουση, αν δεν λαμβάνονταν άμεσα πρωτοβουλία κατευνασμού των οξυμμένων πνευμάτων. Ο σκληρός πυρήνας του ΕΑΜ δεν είχε αποδεχθεί τον αφοπλισμό και την εξολοκλήρου ανάληψη της στρατιωτικής διοίκησης από τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ. Στα βορειοδυτικά υψώματα του νησιού ήταν στρατοπεδευμένες δυνάμεις του ΕΛΑΣ  προς τις οποίες κατευθύνονταν απεσταλμένοι με εκκλήσεις, προκειμένου αυτοί να μπούνε στην πόλη και να προστατεύσουν τους ομοϊδεάτες τους. Κάθε λεπτό που περνούσε ήταν εξαιρετικά κρίσιμο με την τελική σύγκρουση να βρίσκεται προ των πυλών.

Διαλλακτικότητα και ψυχραιμία

Διαλλακτικά στελέχη και των δυο παρατάξεων συναντούν το Σαρρή στο γραφείο του πλαισιωμένο από τον αρχηγό του ΕΔΕΣ Κέρκυρας. Ο Σαρρής, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε λάβει γνώση των συμβάντων στάθηκε αρχικά εξαιρετικά αδιάλλακτος. Σε έντονο ύφος δηλώνει στην Επιτροπή ότι θα πνίξει τη στασιαστική εκδήλωση στο αίμα. Τις ίδιες δηλώσεις απευθύνει και στο Γραμματέα της Νομαρχιακής του ΕΑΜ Ε. Μωραϊτη, όταν φτάνει και αυτός στο γραφείο του συνοδευμένος από το Συνταγματάρχη Σ. Τριβυζά. Έξαλλος  και άκαμπτος ο Στρατιωτικός Διοικητής με τις πληροφορίες για δολοφονικές απόπειρες εναντίον των αντρών του απορρίπτει οποιαδήποτε προσπάθεια ήρεμου διαλόγου κορυφώνοντας την ένταση, παρά τις διαβεβαιώσεις των συνομιλητών του ότι επρόκειτο για απλές φήμες. Η παρέμβαση ωστόσο του Ρότζερς με τη διαβεβαίωση ότι οι στρατιώτες του είχαν πυροβολήσει βάρυνε ιδιαίτερα στον κατευνασμό της οργής του Σαρρή και ευτυχώς πρόλαβε την αιματηρή συνέχεια. Κατόπιν συνεννόησης Ελλήνων και Αμερικανών  αποφασίζεται επίσκεψη των Μωραϊτη, Σαρρή και Ρότζερς στα κεντρικά σημεία της πόλης, εκφράζοντας σημειολογικά με την κοινή τους εμφάνιση τη συνεργασία οργανώσεων και συμμάχων. Κάπως έτσι επήλθε η ηρεμία και η απομόνωση των αδιάλλακτων.

Η Κέρκυρα σε νέο κίνδυνο

Η αποχώρηση των Γερμανών και η απελευθέρωση της Κέρκυρας δεν έγινε άμεσα γνωστή στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Ιταλίας, εξαιτίας της έλλειψης τηλεπικοινωνιακών μέσων. Ο αμερικανικός ασύρματος της Ερείκουσας δε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, γιατί ο χειριστής του βρισκόταν  στην Κέρκυρα και η επιστροφή του δεν ήταν εύκολη. Επιπλέον, η συμμαχική αποστολή στο Στρατηγείο των ΕΟΕΑ φαίνεται ότι είχε ξεχάσει να μεταδώσει την είδηση!
Έτσι, το μεσημέρι της 11ης Οκτώβρη, λίγο μετά από τις δυο συγκεντρώσεις, αγγλικά αεροπλάνα άρχισαν να πετούν πάνω από το νησί ρίχνοντας προκηρύξεις. Οι ενθουσιασμένοι πολίτες νόμισαν ότι λάμβαναν χαιρετισμό για την απελευθέρωση, αλλά αλίμονο! Όταν το κείμενο-γραμμένο στα γερμανικά- μεταφράστηκε οι Κερκυραίοι πληροφορούνταν έκπληκτοι ότι οι Άγγλοι καλούσαν τους Γερμανούς να..παραδοθούν, γιατί διαφορετικά θα βομβάρδιζαν το νησί. Μπορεί κανείς να φανταστεί την ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιήλθαν οι πολίτες και τις μαύρες μνήμες και τους συνειρμούς που ανασύρθηκαν.
Ευτυχώς το χειρότερο είχε αποφευχθεί καθώς οι συμμαχικοί σύνδεσμοι αναχώρησαν άμεσα για την Ηγουμενίτσα, που υπήρχε ασύρματος και η ταχεία επικοινωνία με το Στρατηγείο των συμμαχικών δυνάμεων της Ιταλίας απέτρεψε έναν ακόμα.. συμμαχικό βομβαρδισμό της Κέρκυρας.

Πέπη Γιάννου

Οι πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο του Κώστα Δαφνή"Χρόνια πολέμου και κατοχής"

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Η ράφτρα


Έμενε με τους γονείς της σε μια μικρή πλατεία, πίσω από μια άλλη, μεγαλύτερη, σε ένα μονόπατο σπιτάκι. Τσιμέντο παντού στις γύρω πολυκατοικίες, το σκληρό  υλικό που κατέκλυσε τις δεκαετίες του 1960 και 70, παρά το χρώμα και τη χαρά που είχαν αυτές οι δεκαετίες μέσα τους. Κι εκείνες οι κεραίες της τηλεόρασης. να στέκονται και να ασχημαίνουν ακόμα περισσότερο τις επίπεδες ταράτσες  με τις μπουγάδες να τονίζουν ακόμα περισσότερο την ασχήμια της αρχιτεκτονικής τους.
 Όταν σήκωνε το κεφάλι από τα στριφώματα ή έκοβε τα πατρόν ατένιζε που και που από το παράθυρο, από συνήθεια, και για να δει τον καιρό τη θλιβερή εκείνη εικόνα, χωρίς ούτε ένα δεντράκι τριγύρω. Είχε πιάσει να γίνεται μεγαλοκοπέλα, αλλά ήταν τόσο ντελικάτη που θα ήταν άδικο να της προσάψεις τέτοιο χαρακτηρισμό. Μακριά χυτά μαύρα μαλλιά και χυτές θρεμμένες, λίγο σαν πρησμένες, γάμπες, δυσανάλογες με τον υπόλοιπο λυγερό κορμό και μια ελαφριά κύφωση, μάλλον από συστολή παρά από ανατομική δυσμορφία προερχόμενη από το σκύψιμο στη ραπτομηχανή. Όμορφη δεν ήταν, τα μεγάλα έντονα και συμμετρικά χαρακτηριστικά δημιουργούσαν ένα αρμονικό σύνολο βέβαια, αλλά στο τέλος έμενε μια εικόνα ουδέτερη δίχως κανέναν εντυπωσιασμό, χάνονταν όλα τα σουσούμια του προσώπου θαρρείς σε μιαν βαθιά ασημαντότητα. Μια σιγανή απαλή και μονότονη φωνή, ανίκανη θαρρείς να εκστομίσει οποιαδήποτε χυδαιότητα σου απευθύνονταν καθησυχαστικά ακόμα κι όταν περιέγραφε μια συμφορά. Το πρόγραμμα ήταν σταθερό αφότου αποφάσισε να μη συνεχίσει το σχολείο, μια ρουτίνα απαλλαγμένη από κάθε νευρικότητα και ανησυχία, βουβή ρουτίνα, σχεδόν αποκοιμιστική. Έραβε και έκανε πρόβες στις κυρίες με κινήσεις κατανυκτικές, φοβούμενη μη κάποια κίνησή της προσβάλλει, υποτιμήσει ή φέρει σε δύσκολη θέση κάποια από αυτές, που όχι σπάνια την κοίταζαν έτοιμες να εκραγούν από ένα πλήθος ανικανοποίητων απαιτήσεων, δυσαρεστημένες με τα χοντρά κι ασουλούπωτα κορμιά τους, ρίχνοντας το φταίξιμο στο κορίτσι ή στο παλιορετάλι  που τους πούλησε ο έμπορος ή ακόμα και στην αναθεματισμένη την υγρασία, και έτσι αυτή γινότανε ακόμα πιο απόμακρη, να μην τις ενοχλήσει περαιτέρω, να μη ρίξει λάδι στη φωτιά.
  Που και που παρουσιαζόντανε η μητέρα της, μια μεσόκοπη γυναίκα με στριμάδικο πρόσωπο, αλλοίθωρη αλλά με τρόπους μαλακούς ωσάν της κόρης, που καθόλου δε συνταίριαζαν με το βλοσυρό παρουσιαστικό. Τότε ρωτούσε ευγενικά μήπως θα θέλατε κάτι, ένα καφέ, ένα γλυκό του κουταλιού και αποσύρονταν πάλι με γοργό βήμα προς την κουζίνα της, πλάι  στον άντρα της, που ρούφαγε σιωπηλός μαχμουρλής τον απογευματινό καφέ του. Κάθε απόγευμα αργά, όταν δεν είχε κάποια πελάτισσα για πρόβα έβγαινε βόλτα παρέα και με τους δυο γονείς, και οι τρεις σιωπηλοί όχι από κάποιο κρυφό σαράκι ή στενοχώρια ή κάποιο τραγικό οικογενειακό μυστικό,  απλά επειδή ήταν καμωμένοι έτσι. Σαν να τους δόθηκε δώρο η ζωή και δεν ήξεραν τι να την κάνουν.
 Παρότι νέα και μοδίστρα, τα ρούχα της φτιαγμένα από την ίδια, είχαν κάτι ελάχιστα παλιομοδίτικο, ήταν από φτηνό, εμπριμέ συνήθως ύφασμα και φαίνονταν ότι σκόπιμα ράφτηκαν ώστε να μην προκαλούν. Όλες οι μονόχρωμες σκούρες μπλε ή καφέ  φούστες σε απόλυτα ίσια γραμμή, που χάιδευαν τις σμιλεμένες γάμπες πέφτανε κάτω από το γόνατο και τα  κολλαριστά της πουκάμισα κλείνανε μέχρι και το τελευταίο κουμπί, να εξαφανιστεί η θέα οποιασδήποτε διχάλας του μικρού στήθους. Τα καλοκαίρια, αεράτα λουλουδάτα φορέματα, που έδιναν όμως μια υποψία ρόμπας στο σύνολο, έντυναν εκείνο το ουδέτερο αλλά συνάμα και τόσο μυστηριακό κορμί.
 Τρώγανε την πάστα τους σιωπηλά στην πλατεία πάνω κάτω σε μια ώρα, χωρίς να μιλούν, σαν να είχανε λυμένα πια όλα τα θέματα της ζωής τους και περιμένανε το χρόνο να περάσει να τελειώνουνε πια με αυτή την υπόθεση που λέγονταν ζωή και που αγνοούσανε το σκοπό της και επιστρέφανε για να ξαναρχίσει ο αέναος κύκλος μιας καθημερινότητας βέβαιης  και σταθερής ταυτόχρονα, που κάπου ήθελε να πάει αλλά δεν ήξερε ακόμα που και αφήνονταν έρμαιο σαν ένα πούπουλο αναδευόμενο στην παραμικρή κίνηση του ανέμου, το που θα κατέληγε ήταν τόσο φανερά προβλεπόμενο όσο και απροκάλυπτα απρόβλεπτο.




Ο καιρός γοργός έπαιρνε στο διάβα του κάθε μέρα και λίγο από το μαύρο των μαλλιών της και λίγο από τη υπέροχη στιλπνότητα της γάμπας της, καθότι όμως καθόλου δεν είχε συνείδηση της νεότητας και της φρεσκάδας της έμενε παντελώς αδιάφορη σε αυτές τις αλλαγές. Οι πελάτισσες της, περίεργες και τσουχτερές καμώνονταν πως νοιάζονταν για την τύχη της και όλο καρφιά της πετούσαν «έλα και περνάν τα χρόνια, να αποκατασταθείς κι εσύ, ε δε μπορεί κάτι θα έχεις τέτοια κοπέλα». Για να μη φανεί αγενής χαμογελούσε λέγοντας «θα δούμε, έχω χρόνο ακόμη». Η αλήθεια ήταν πως για τις φιδόγλωσσες της  γειτονιάς ο χρόνος της έφτανε στο τέλος του και όσο τέλειωνε τόσο εξάρονταν η φαντασία τους, οι πικρόχολοι σχολιασμοί και η  ηδονική χαιρεκακία τους.
Κανείς πότε δεν είδε στο μικρόκοσμο εκείνο της γειτονιάς σημάδια έρωτα στη γυναικεία εκείνη μορφή. Ούτε το βάθος του ουδέτερου καστανού ματιού, που σιγόβραζε απαλά το καζάνι μιας ταραγμένης ψυχής. Στα μικρά κορίτσια της γειτονιάς, που ράβαμε κάποιο παρδαλό φορεματάκι, κόκκινα πουά ή μπλε πτι καρό με μάκρος λίγο πάνω από τα χτυπημένα γόνατα, για τις γιορτές του καλοκαιριού, μας αποκοίμιζε η νηφαλιότητα της, οι απαλές κινήσεις να μη μας τσιμπήσει η καρφίτσα και η σιγανή φωνή, συνοδευμένη πάντα από ένα άτονο επαγγελματικό αλλά καθόλου δόλιο χαμόγελο. Και παρότι εκείνη αντιπροσώπευε μια απόλυτη θηλυκότητα που δεν τη διακρίναμε γιατί την κρατούσε επτασφράγιστο μυστικό, στα μάτια μας είχε την ουδετερότητα μιας φιγούρας μητρικής, ανέραστης, αδύνατο θαρρείς να τη φανταστούμε στη στιβαρή αγκαλιά ενός άντρα να λιώνει από έρωτα.
Τα χρόνια περνάνε ωστόσο τόσο γρήγορα, σαν να ανυπομονούν να τελειώσουν  τις ιστορίες που μείνανε ημιτελείς και σαν ανάμεσα στα είκοσι χρόνια να μη μεσολάβησε ούτε μια στιγμή την είδαμε τη μοδίστρα, στο δρόμο, απαράλλαχτη στο σώμα και στο βάδισμα μα όχι και στα μάτια, σε εκείνα που σιγόβραζαν βουβά και ήρεμα. Τα λεπτά της πόδια- στην Κίνα θα ήταν περιζήτητη για αυτά τα μικρά ποδαράκια- σφιγμένα σε μαύρες γόβες της εποχής έκαναν θόρυβο ερεθιστικό για τα αρσενικά στο πλακόστρωτο του εμπορικού δρόμου και εμάς μας προκάλεσαν να την προσέξουμε, εκείνη, την ασήμαντη, την άχρωμη, τη χωρίς ζωή μέσα της κοπέλα. Μας σταμάτησε με ευγένεια, όχι προσποιητή, αλλά τονίζοντας με ήχο περίεργο κάθε λέξη, σαν να λέει κοιτάχτε, αυτή είμαι πραγματικά και δε δίνω δεκάρα αν σας αρέσω, αυτό το τελευταίο που δεν ήταν λόγια αλλά ήχος στη φωνή και κινήσεις του στήθους και των χεριών εμείς πολύ καλά το καταλάβαμε και κοιτούσαμε χάσκοντας. Μια μικρή, αδιόρατη πίκρα νιώσαμε σαν να μεταμορφώθηκε ένα πρόσωπο, που άλλοτε ήταν απλώς ένα λιθαράκι στο πέρασμα μας στη ζωή-όπως άλλωστε είναι όλα τα πρόσωπα που περνάνε από αυτή - και κούνησε λίγο αυτό το οικοδόμημα χαλώντας μας για λίγο την ισορροπία και δημιουργώντας στον κόσμο μας προσωρινά μια ελάχιστα δυσάρεστη  αίσθηση, ωστόσο δυσάρεστη.
Φάνηκε ότι γελαστήκαμε τελικά και ότι όχι μια αλλά πολλές αντρικές αγκαλιές τύλιξαν στα χέρια τους αυτό το πλάσμα, σβήνοντας τη φωτιά των ματιών και στο βάδισμα δίνοντας του ένα λίκνισμα ξεχωριστό πια, χυδαίο και κοινό για πολλούς, αληθινό για όσους τη σκέφτηκαν αυτή και τη ζωή της έστω για λίγο. Ναι, είχε παντρευτεί, λίγο πριν πεθάνουν οι γονείς της αμέσως μόλις κάποιος από το χωριό τη ζήτησε σε γάμο, όχι γιατί την ερωτεύτηκε αλλά επειδή χρόνια γνώριζε την οικογένεια και πίστεψε πως ήρθε η ώρα να τον υπηρετήσει μια γυναίκα άλλη από τη μάνα του. Αυτή είχε γυρίσει ανέκφραστα τα μάτια, όταν εκείνος ήρθε στο σπίτι να τη ζητήσει, γάζωνε στη ραπτομηχανή εκείνη τη στιγμή χωρίς να σκέφτεται τίποτα, βαριεστημένη, άφησε λοιπόν τους γονείς της να τελειώσουν την υπόθεση γρήγορα, όπως κι έγινε.
Έκτοτε όλα γρήγορα άρχισαν να συμβαίνουν, ο γάμος, ο θάνατος των γονιών, ο χωρισμός, έμπαινε πλέον σε άλλη τροχιά, σάμπως να ξύπνησε απότομα και κυνηγούσε το χρόνο να μην της φύγει. Πόνο δεν αισθάνθηκε ούτε από τους θανάτους, ούτε από το χωρισμό, δεν είχε χρόνο για τέτοια αποφάσισε, ο πόνος απαιτεί χρόνο, σκέψη, η θλίψη μαραίνει κι εκείνη μόλις άνθιζε, οπότε τον παρέβλεψε τον πόνο, χωρίς τύψη χωρίς ενοχή καμία κι έτρεχε, έτρεχε χαρούμενη να προλάβει, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς.
Ερωτεύτηκε λοιπόν. Μ ένα πάθος που ηρέμησε το κόχλασμα των ματιών της, με εκείνο το πάθος που σαρώνει τους ανθρώπους που αγνοούν τον έρωτα, που ούτε καν τον υποψιάζονται κι αυτός έρχεται εκδικητής να τους τιμωρήσει για την περιφρόνηση και την υπεροψία τους ισοπεδώνοντας τους, αλλάζοντας εντελώς το ρυθμό τον εντός τους. Γίνονται στην αρχή λίγο αδέξιοι, σαν να χάνουν τον προσανατολισμό τους. Έπειτα, τρομοκρατούνται λίγο αλλά την επιστροφή δεν την σκέφτονται καν κι όσα η ζωή τους κρατούσε μυστικά μέχρι τώρα όλα θέλουνε να τα εξερευνήσουν και είναι η πρώτη φορά που δε  σκέφτονται το θάνατο και ξεχνάνε και τους πεθαμένους και τους ζωντανούς τους και όλα.

Τι απέγινε με αυτόν τον έρωτα κανείς δεν έμαθε, μόνο που αυτή τη βλέπαμε αναγεννημένη, μόνη αλλά αναγεννημένη. Ξανάπιασε να ράβει, σβέλτα αυτή τη φορά και με το πρόσωπο  να το χαράζουν καθαρά οι χαρούμενες ρυτίδες του έρωτα που πέρασε, αλλά που ήρθε ωστόσο και αυτή η αλλαγή ήταν το μόνο ως φαίνεται πεπρωμένο της. Είχε κι άλλους εραστές, χωρίς ενοχές και χωρίς δισταγμούς, και στο τέλος τέλος άρχισε να συγκατοικεί και με έναν κύριο μεγαλύτερο της αρκετά. Ήταν το ίδιο ντελικάτη και γλυκιά, όπως όλοι οι ουδέτεροι άνθρωποι, που το γήρας φαίνεται να αδιαφορεί γι αυτούς και περίμενε τώρα στωικά να περάσει η ζωή της αλλά στο μεταξύ έκοβε πατρόν, ψαλίδιζε, πρόβαρε, σιγοτραγούδαγε, υπέκυπτε στις αδυναμίες του κορμιού της και τρόμαζε το θάνατο και αυτός δεν έλεγε να έρθει. Θράσος που το είχε αλήθεια!

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Book-amateur: Ναζλή, το κρίνο της Ανατολής: ένα κερκυραϊκό παραμ...

Book-amateur: Ναζλή, το κρίνο της Ανατολής: ένα κερκυραϊκό παραμ...: Μέσα στις πολύβουες σκληρές περιόδους της ιστορίας πάντα ξεφυτρώνουν και γοητευτικές μεταφυσικές ιστορίες, γλαφυρά παραμύθια, θαρρείς γι...

Ναζλή, το κρίνο της Ανατολής: ένα κερκυραϊκό παραμύθι


Μέσα στις πολύβουες σκληρές περιόδους της ιστορίας πάντα ξεφυτρώνουν και γοητευτικές μεταφυσικές ιστορίες, γλαφυρά παραμύθια, θαρρείς για να μπορέσει ο άνθρωπος να απαλύνει τον πόνο του και για να ξανασυναντήσει τη χαμένη ανθρώπινη φύση του. Ξεκινάνε από μια αλήθεια και διανθίζονται από το παραμυθιακό στοιχείο κι όλες οι γενιές ανάλογα με την ανάγκη τους στο συγκεκριμένο χρόνο προσθέτουν συνεχώς μικρά κομμάτια επουλώνοντας τα τραύματα του παρελθόντος και ωραιοποιώντας τη φρίκη που είχαν αυτά μέσα τους. Φαντάζει έτσι ευκολότερο να προχωρήσουν μπροστά και να ανεχτούν την ύπαρξη τους. Μια τέτοια ιστορία-ιστορία έρωτα- είναι και αυτή εδώ.
16ος αιώνας στην Πόλη και ήρωας ένας μικρός χωρίς επώνυμο, χωρίς οικογένεια, ανέστιος, κουρελής και περιπλανώμενος στα ύποπτα σοκάκια της Πόλης. Όταν δεν υπάρχει τίποτα να ελπίζεις πια, όταν αγνοείς τον κίνδυνο, όταν δεν περιμένεις τίποτα τότε σε θυμούνται οι θεοί, κι έρχονται πράγματι εδώ με τη μορφή του πασά Τζάνουμ Κοτζιά, ανώτατου αξιωματικού του ναυτικού. Γοητευμένος ο πασάς από τη σπιρτάδα και το ατίθασο του νεαρού τον βάζει στους στάβλους του κι αργότερα με την εδραίωση της εμπιστοσύνης στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του, καμαριέρη. Λάτρης του ποτού ο πασάς στις ώρες της μέθης που τον συντροφεύει ο νεαρός και παρασυρόμενος από την πρώιμη  αρρενωπότητα- θύματα της οποίας πολλάκις πέφτανε οι πασάδες της οθωμανικής αυλής-  γίνεται λαλίστατος και του εκμυστηρεύεται κρατικά μυστικά. Το πονηρό αλάνι, εξασκημένο να επιβιώνει χώνει προσωρινά τις πληροφορίες στο τσεπάκι του, αχρείαστος να είναι ο εκβιασμός αλλά ποτέ δεν ξέρεις και συνεχίζει να απολαμβάνει τη χλιδάτη ζωή όσο είναι γραφτό αυτή να διαρκέσει.
Τα πράγματα περιπλέκονται όταν στο σκηνικό μπαίνει και ο βενετσιάνος βάιλος, διπλωματικός αντιπρόσωπος της Γαληνοτάτης στην Πόλη. Πάμπλουτος και πανούργος έχει σταλθεί με το πρόσχημα της διευκόλυνσης του εμπορίου των συμπατριωτών του αλλά στην πραγματικότητα ως κατάσκοπος, γιατί το χάσμα από τις πάλαι ποτέ πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στους δύο γίγαντες της εποχής-Βενετία και Τουρκία- ουδόλως έχει κλείσει. Με το βελούδινο φουσκωτό πουγκί του προσεγγίζει τον ήρωα μας- που ξέχασα να πω ότι το όνομα του ήταν Νικόλας-  και όπως αναμενόταν η διεφθαρμένη φύση του μικρού λυγίζει λησμονώντας ευεργεσίες, υποχρεώσεις κι άλλα ευγενικά τοιαύτα. Η προδοσία γίνεται διπλή όταν η διαβρωμένη καρδιά του μικρού χτυπιέται ανεπανόρθωτα από έρωτα κεραυνοβόλο. Ο οποίος έρωτας τυγχάνει να είναι ξανθό  πάλλευκο γαλανομάτικο κοράσι, λεία του πασά από την τουρκική ανατολή, εγκατεστημένο πλέον στο άβατο χαρέμι του. Η φύση του τυχοδιώκτη και η ορμή του πρωτόγνωρου συναισθήματος του έρωτα στην πυρέσσουσα εφηβική ψυχή ετοιμάζονται να σαρώσουν τα πάντα, υπερβαίνοντας κάθε εμπόδιο. Ένας από τους μαύρους ευνούχους του χαρεμιού, ο Μεχμέτ, με κίνδυνο της ζωής του αλλά ξεπληρώνοντας χάρη- και χάριν της αλληλεγγύης μεταξύ αναξιοπαθούντων- τον μπάζει κρυφά κάθε βράδυ στο ιδιαίτερο διαμέρισμα της Ναζλή Χανούμ, η οποία μπουχτισμένη από το βαρύθυμο γεροντικό έρωτα του πασά πέφτει χωρίς ενοχές στα άτσαλα νευρώδη μπράτσα του μικρού βαγαβόντου. Κι επειδή όσες χαραμάδες κι αν βουλώσεις η νεότητα θα βρει τρόπο να φύγει κλέβονται μια ήρεμη καλοκαιρινή νύχτα. Είναι η ώρα του βενετσιάνου να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τις ρουφιανιές του Νικόλα. Τους επιβιβάζει σε πλοίο- μαζί και το Μεχμέτ- τους βγάζει διαβατήρια και τα σχετικά και επιτέλους του δίνει κι ένα επώνυμο, κερκυραϊκό, αφού εκεί – στην Κέρκυρα- τους προόριζε για αποβίβαση. Νικόλαος Πιέρρης ήταν το όνομα, οικογένεια γνωστή και παλιά στο νησί οι Πιέρρηδες, εγκατεστημένη εκεί από το 1500 και διευρυνόμενη διαρκώς από απογόνους, ένας παραπάνω, σκέφτηκε ο βάιλος, σίγουρα θα περνούσε απαρατήρητος.
Κομπόδεμα είχε φτιαχτεί γερό όλα αυτά τα χρόνια της πονηριάς και της αγυρτείας, οπότε άμα τη αφίξει στο ονειρικό νησί αγοράστηκε μια παραθαλάσσια έκταση στην περιοχή Ύψος, ένα κτήμα σκοτεινό και μελαγχολικό γεμάτο κυπαρίσσια, βελανιδιές, δάφνες και μυρτιές, με ανήλιαγες γωνιές και μια παράξενη σιωπή ανακατεμένη με τον ήχο των κυμάτων. Στο σημείο εκείνο χτίστηκε ένα σπίτι ανατολίτικου τύπου, ριζωμένο στην εύφορη κερκυραϊκή γη και για δυο χρόνια φιλοξένησε τους ερωτευμένους δραπέτες και τον πιστό τους υπηρέτη Μεχμέτ. Πάνω στα δυο αυτά χρόνια- καθότι τα ωραία λίγο διαρκούν- η Ναζλή αρρωσταίνει και μέσα σε λίγες μέρες πεθαίνει. Απαρηγόρητος ο Νικόλας, γνωρίζοντας πρώτη φορά τον πόνο της απώλειας, τη θάβει σε μια γωνιά του σκιερού κτήματος σκοπεύοντας με τον καιρό να στήσει ένα μαρμάρινο μνημείο πάνω από τον τάφο. Στο νωπό ακόμα μνήμα όμως, κοντά στην άνοιξη, φυτρώνει ένα λευκό κρίνο και ο παραλογισμός του νέου από το χαμένο έρωτα του τον κάνει να πιστέψει πως αυτό το λουλούδι είναι προέκταση της αγαπημένης του, σύμβολο της αγνής ψυχής της και αποφασίζει να μη χτίσει το μνημείο. Όλα αυτά συμβαίνουν το 1715.



Τον επόμενο χρόνο ο τουρκικός στόλος με αρχηγό τον Τζάνουμ Κοτζιά καταπλέει στην Κέρκυρα. Ο Νικόλας ωστόσο υποπτεύεται πως εκτός από την κατάληψη του νησιού ο πλοίαρχος ερχόταν να ξεπλύνει την προσβολή που του έγινε. Βιάστηκε τότε να καταφύγει στην πόλη, που την έκλειναν ισχυρά τείχη. Κατατάσσεται στους εθελοντές πολεμιστές και παίρνει μέρος στην άμυνα υπό τις διαταγές του στρατάρχη Σούλεμπουργκ. Σε κάποια φάση της πολιορκίας οι Τούρκοι καταφέρνουν να μπουν σε έναν από τους προμαχώνες πιάνοντας κάποιους αιχμαλώτους και οδηγώντας τους στο ναύαρχο. Κι επειδή το πρόσωπο της αχαριστίας δύσκολα λησμονιέται ο πασάς αναγνωρίζει ανάμεσα στους αιχμαλώτους τραυματισμένο τον παλιό του υπηρέτη. Ασυγκράτητος ρίχτηκε πάνω του χτυπώντας τον ανελέητα με το μαστίγιο του, ζητώντας με ουρλιαχτά να μάθει που βρισκόταν το κορίτσι που είχε αγαπήσει κι εξακολουθούσε να αγαπάει. Η μανία του φουντώνει όταν μαθαίνει το νέο του θανάτου της κι εκείνη τη νύχτα-σκοτεινή και βροχερή- ο Τζάνουμ Κοτζιά με οπλισμένη συνοδεία και  με τον τραυματία δεμένο στο άλογο, ύστερα από πολύωρη πορεία φτάνουνε στο χτήμα. Αλλά ακόμα και στο θάνατο οι δυο αντίζηλοι τη διεκδικούν και ο μικρός είναι αποφασισμένος να μην υποδείξει το σημείο της ταφής. Έξαλλος πια ο πασάς λιώνει κάτω από τα χτυπήματα του μαστιγίου του το Νικόλα Πιέρρη.  Άγνωστος θα παρέμενε ο τάφος της πανέμορφης Ναζλή αν δεν παρουσιαζόντανε ένας ιταλός εργάτης στο χτήμα που προθυμοποιήθηκε να οδηγήσει τον πασά εκεί έναντι φυσικά αδρής αμοιβής.
Στην κορυφή ενός λόφου ανάμεσα στα αγριόχορτα με θέα τη θάλασσα αγνάντευε η νεκρή τη μακρινή της πατρίδα κι ανάμεσα εκεί άνθιζε ένας λευκός κρίνος, η ψυχή της μικρής ανατολίτισσας. Ο τάφος σκάφτηκε, τα οστά μπήκαν στο τούρκικο πλεούμενο και σκορπίστηκαν ένα-  ένα στη θάλασσα. Η Κέρκυρα δεν κυριεύτηκε αλλά ο πασάς έφυγε ικανοποιημένος που πραγματοποίησε την εκδίκηση του.
Από τότε, σαν έρχονταν τα μεσάνυχτα, μια λευκοντυμένη σκιά έτρεχε πέρα-δώθε στην παραλία του Ύψου κλαίγοντας και θρηνώντας, ζητώντας να της τραβήξουν από το βυθό της θάλασσας τα σκορπισμένα της οστά για να τοποθετηθούν και πάλι στον τάφο που τα είχε αποθέσει ο αγαπημένος της.
Από τη μακρινή ανατολή ως την Κέρκυρα, με ενδιάμεσο σταθμό την Πόλη ένα ταξίδι σαν παραμύθι για τη μικρή Ναζλή με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια και το κάτασπρο δέρμα, η Ναζλή, το κρίνο που ακόμα και σήμερα επιμένει να ανθίζει στο εύφορο πράσινο της κερκυραϊκής γης.
Υ.Γ: Υπάρχει και η εκδοχή, την οποία στηρίζουν και πολλοί απόγονοι της οικογένειας Πιέρρη, ότι ο Νικόλας ήταν γνήσιος Πιέρρης, τύπος περιπετειώδης και κάπως τυχοδιώκτης.

Οι πληροφορίες είναι από το βιβλίο του Γεράσιμου Χυτήρη, «Τα λαογραφικά της Κέρκυρας», Δημοσιεύματα Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1991.


Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Μαλτέζοι και εγκληματικότητα επί Αγγλικής Κατοχής


Μια άλλη ομάδα που προστέθηκε στο πολύχρωμο ανθρώπινο μωσαϊκό της Κέρκυρας του 19ου αιώνα είναι οι Μαλτέζοι, που πρωτοήρθαν στο νησί για τις ανάγκες της κατασκευής των οχυρώσεων και του ανακτόρου του αρμοστή. Σύμφωνα με την απογραφή του 1833 ανέρχονταν σε 800 περίπου άτομα, αριθμός που αυξήθηκε με την άφιξη ενός δεύτερου μεταναστευτικού ρεύματος από την Κεφαλλονιά. Οικονομικοί κυρίως μετανάστες, πολιτικοί εξόριστοι, ειδικευμένοι τεχνίτες και καλλιτέχνες στην υπηρεσία των βρετανικών δυνάμεων, αλλά και έμπειροι καλλιεργητές κηπευτικών, θ’ αποτελέσουν ένα σύνολο ανθρώπων με συνδετικό κρίκο τη γλώσσα, τις παραδόσεις και τη βαθιά καθολική τους πίστη.
Η μετανάστευση των Μαλτέζων στα Ιόνια νησιά έγινε χωρίς καμία μεθοδικότητα, ενώ υπήρχε η διαβεβαίωση για το αντίθετο κι έφτασαν στην Κέρκυρα και την Κεφαλλονιά εντελώς οικονομικά ανίσχυροι για την εγκατάστασή τους σ’ ένα νέο τόπο. Πέρασαν, λοιπόν, ένα τεράστιο πολιτισμικό σοκ και δοκιμάστηκαν κάτω από συνθήκες ουσιαστικού εγκλωβισμού ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς πολιτισμούς.

Οι θρησκευτικές και κοινωνικές ζυμώσεις της εποχής και η οικονομική τους ανέχεια γρήγορα θα τους απομονώσουν ως άτομα και ως κοινότητα. Παρέμειναν πάντα ως η τάξη εκείνη με την πιο δύσκολη εργασία και τις χειρότερες κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης. Οι νερουλάδες της εποχής ήταν κυρίως Μαλτέζοι, καθώς και οι γαλατάδες, ΄σέρνοντας από την πλατεία Σαν Ρόκκο την κατσικούλα τους και αρμέγοντας φρέσκο γάλα έξω από τις πόρτες των σπιτιών.

Άγγελος Γιαλλινάς, ο δρόμος της Ευγενίου Βουλγάρεως

Η έρευνα των δικογραφιών δείχνει ότι σε σχέση με τον αριθμό τους παρουσιάζουν σχετικά υψηλή παραβατικότητα, κυρίως σε διακεκριμένες κλοπές με λαθραίο τρόπο και τραυματισμούς και δρουν κατά κύριο λόγο σε ομάδες που απαρτίζονται από ομοεθνείς τους. Οι τραυματισμοί γίνονται με χρήση γυμνών χεριών και ποτέ με μαχαίρι, που ήταν το κύριο μέσο διαπληκτισμού των ντόπιων κατοίκων. Το αδίκημα της απάτης, με 9 περιπτώσεις μόνο, και αυτό της κλοπής να καταγράφει τις περισσότερες περιπτώσεις ανάμεσα σε όλες τις ομάδες ξένων (Σουλιώτες, Μαλτέζους, Παργινούς και Ιταλούς) δείχνει ένα σύνολο ανθρώπων που υποκινείται κυρίως από την επιθυμία επιβίωσης πάρα από καθαρό δόλο.
Επίσης, στο κεφάλαιο που πραγματεύεται την αγυρτεία και την επαιτεία, θα δούμε τα ποσοστά των Μαλτέζων να είναι αρκετά υψηλά και οι καταγεγραμμένες ηλικίες να ξεκινάνε από τα 7 έτη.
Ακόμα, τόσο οι Εβραίοι όσο και οι Μαλτέζοι στο αδίκημα της αντίστασης κατά της αρχής παρουσιάζουν μικρά ποσοστά. Αυτή η αποφυγή της σύγκρουσης με τις αρχές πιθανότατα συνέβαινε γιατί ως ξένοι γνώριζαν την προκατάληψη που υπήρχε εναντίον τους, τόσο από την τοπική κοινωνία όσο και από τις αρχές και συνεπώς απέφευγαν συστηματικά τη στοχοποίησή τους.
Υ.Γ.
Το δεύτερο μεταναστευτικό ρεύμα από την Κεφαλλονιά έφτασε μετά από τα συνεχιζόμενα παράπονα των κατοίκων προς τον Αρμοστή ότι το νησί «είχε γεμίσει τεμπέλικα, αδαή, αμόρφωτα, βρώμικα, άρρωστα και απροσάρμοστα άτομα, που έμοιαζαν με ένα κοπάδι πρόβατα που τα είχαν παρατήσει από μία ξένη χώρα στη δική τους κοινότητα» και καμία σχέση δεν είχαν με τους ικανούς αγρότες που τους είχαν υποσχεθεί.
Το κλίμα αυτό ωστόσο θα αλλάξει με την παραχώρηση των Επτανήσων στο Βασίλειο της Ελλάδας και ο μαλτέζικος πληθυσμός θα αφομοιωθεί τελικά καλύτερα σ’ ένα αμιγώς ελληνικό, παρά σ’ ένα οικείο αγγλικό περιβάλλον.

ΓΑΟΥΤΣΗ Σ. : Το χρονικό των Μαλτέζων καλογραιών στην Κέρκυρα, Κέρκυρα 2007.
ΚΟΡΟΣΙΔΟΥ Μ. : «Η μάγισσα, ο εβραίος, ο βρυκόλακας», Ε Ιστορικά τεύχος 265, Αθήνα 2004.
ΓΙΑΝΝΟΥ ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: "Εγκληματικότητα, αλητεία και επαιτεία στην Κέρκυρα του 19ου αιώνα" Ιόνιο Πανεπιστήμιο, 2012