Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Γιατί δεν ενυμφεύθη ο Χριστόφορος Ντελάντες: Της Άννυς Νούνεση


Από σπίτι ο Χριστόφορος Ντελάντες έμενε εις το καντούνι της Μάντζαρος. Εκαθόντανε εκεί με τη μάνα του, τον πατέρα του και τη νόνα του, από τη μεριά του τάτα του. Το σπίτι ήτανε ένα αρχοντικό, στο τρίτο πάτωμα, με τρεις κάμαρες ντα λέτο, με σαλόνι και σαλονέτο, με τραπεζαρία, με νάτολα πίσω από την κουζίνα, με μπάνιο και με καμπινέ και με λετρίνα χώρια, νιέντε μένο.
«Μωρή κοπέλα μου δεν έχει σλάντσο ο γυιός σου, όλος ο πατέρας του είναι», έλεγε η νόνα του, όταν έλειπε, φυσικά, ο γυιός της, «δεν ήτανε να σου μοιάσει τότσο, μη σου πω που σκιάζομαι που και δε φτάκει ούτε το μπόρ τση γιότσας τση καλής.» 
Η νόνα εξεχώριζε ακόμα και σε ποια γιότσα δεν θα έφτανε, ο καψερός ο αγγονάς της και έβανε έπειτα μόνη της τα γέλια, γιατί όπως έλεγε, η γιότσα τση σάλας ήτανε τότσο πιο χαμηλή από την καλή, εκείνηνε που είχανε στο πόρτιγο.
«Λέω να μην τα κλείνει αυτός τα σκούρα», εσιγοντάριζε την πεθερά η νύφη τση, η μάννα του. «Πρώτα βάνει το μπαγκούλι να ανεβεί κι ύστερα γδώνεται να φτάκει τσι τσινγκινιόλες, θα τονε βρούμε μπρούμυτα στο καντούνι κάνα απόγιομα και άκου, λέω να πέφτει για ύπνο νηστικός, γιατί θα κάμει και προκοίλι. Να τονε μάθουμε να τρώει φρούτα, δεν θα του γένεται ξύγκι όλο το φαί άμα τρώει το βράδυ φρούτα.»
«Τάλε κουάλε ο πατέρας του», εσυμπληρώνανε, «θα μας ακούσει όμως ο φλημένος και θα το πάρει ο άχαρος ντα πέτο που δεν ψηλώνει και θα του κακοφανεί.»
«Μπα, μπα, μη τονε σκιάζεσαι», έλεγε η νόνα, «αυτός και κλομπόκιο να τονε πούνε με το τίρο πόχει, δύο μέτρα ύψος θα του φαίνεται όπου κουβαλεί, εγώ λέω, όμως, να τσι κλείνει τσι φανέστρες, από τη μεριά τση Φιλαρμονικής, δεν την είδες τη θυγατέρα του νόντσολου που τονε κανοκιαλάρει;»
Γιατί απέναντι, αλήθεια εκαθόντανε ο νόντσολος τ’ Αγιού. Γιατρός εις το επάγγελμα, αλλά και παιδί τση εκκλησιάς από μιτσό, μια ταμένο από τη μάμα του γιατί ήτανε ωχρό, μια από το πατέρα του γιατί ήτανε λιανό, έβγαινε κάθε φορά στις λιτανείες, με μια τόρτσα μεγαλύτερη από το μπόι του και πότε γιατρός, πότε νόντσολος, πότε ψάλτης, εκατάφερε να γένει μπενεστάντες. Είχε στο σπίτι του γυναίκα, μα είχε και τη μάμα του, και του εμεγαλώνανε κι οι δυο μαζί τη μια και μοναδική θυγατέρα, που την είχε κι αυτός, όπως είχανε όλοι τσι θυγατέρες τσου στη χώρα «μη μου άπτου».
 Βέβαια και της μικρής της άρεσε ο Χριστόφορος, γιατί ήτανε σπιρτόζος, παρόλο που δεν ήτανε ψηλός και εκοκορευόντανε πολύ όπου τηνε κοιτάζει.  
Τση χαμογέλουνε, το λοιπόν πάντα, ο Χριστόφορος, άμα την έβλεπε στην πιάτσα και τση λεγε κουάζι «καλημέρα σας», όταν ετύχαινε να κοντραστάρουνε στο βόλτο του Κοκκίνη, την ώρα που πηγαίνανε για του Στεριώτη το σκογειό, που ήτανε εκείνο τον καιρό καλύτερο από όλα. Μα εκεί που εφαινόντανε, για τα καλά οπού τση κάνει γάρμπο, ήτανε την ώρα που επήγαινε να κλείσει τσι φανέστρες, εκείνες τσι πολλές, τσι μπροστινές που βλέπανε εις το καντούνι το μεγάλο.
Την έβλεπε που εκαθόντανε, κοντά εις το παράθυρο από νωρίς, με το βιβλίο στο χέρι, κι έκανε μια ώρα, να πάρει το μπαγκούλι, ν’ ανεβεί, ν’ ανοίξει το παράθυρο, να γδωθεί, να φτάκει τσι τσινγκινιόλες, να τσι σπρώξει, ώσπου να του φωνάξει η νόνα του, «τζόγια μου, μας επλευρίτωσες, πούντα θα μας έρθει», οπότε την έκλεινε επιτέλους τη φανέστρα. Έπαιρνε έπειτα το μπαγκούλι και το πόθωνε πιο κει, μέχρι που να τσι κλείσει και τσι πέντε, και ν΄ ακουστεί φόρα βότσε τση νόνας η φωνή για το φινάλε, «μην αφίνεις, τζόγια μου, στη μέση τση κάμαρης ιντρίγα», θέλοντας μ΄ αυτόν τον τρόπο να του πει πως έπρεπε να βάλει το σκαμνάκι εις την θέση του.

Επήγανε έτσι μπροστά κάνα δύο χρόνια. «Κάνουνε τσου ερώτους τσου», έλεγε η νόνα. «Γάρμπο είναι τούτο, δεν μπορεί, δεν σγαράρουνε λεφτό, ούτε το ρολόι τ’ Αγιού δεν είναι τόσο α πούντο.»
 Επήγε όμως κι ήρθε ο καιρός κι απέναντι αλλάξανε τα σέστα και ο Χριστόφορος έψαχνε τώρα μάταια τη Δουλτσινέα του, η οποία δεν εφαινόντανε άλλο πια πίσω από τη φανέστρα. Άδικα επαράστεκε κι έψαχνε ο καψερός, μα εκείνη πουθενά.
Περίμενε και πικραινόντανε που δεν την έβλεπε, γιατί δεν ήξερε τι στάθηκε, δεν ήξερε τι γένεται και δεν του φανερώνεται εις το παράθυρο. Δεν έλεγε όμως λόγο, δεν εμιλούσε, εκοίτουνε μοναχά τη νόνα του και τση χαμογελούσε άμα την άκουε να λέει στη μάννα του, «μωρέ δε μου λές, γιοντερίτσινο πίνει ο νόντσολος, που του κουβαλεί σάκες τα μανταρίνια ο μανάβης; Ω! και μη λησμονήσεις να πάρεις μανταρίνια και για το παιδί», έλεγε μετά, «τσήφαγε τσι κλιμεντίνες όλες», και τα έχανε μετά ο καψερός, όταν του φώναζε, «μη με κοιτάζεις έτσι, σαν τον έμπετε, σύρε να κλείσεις τσι φανέστρες, είναι δικό σου το ιμπένιο, τόπες, δε τόπες, που θα τσι κλείνεις πάντα εσύ, τόπες κι έκαμες κι όρκο». Πήγαινε εκείνος φυσικά, μα ανόρεχτος, γιατί η δεσποσύνη του δεν εφαινόντανε άλλο πίσω από τσι κοντρίνες.
Κακό δεν είχε πάθει η μιτσή, μα σαν την βρήκε ο κουράντες τους ωχρή, διόρισε σιρόπι δυναμωτικό, να παίρνει ένα κουτάλι το πρωί κι ένα το μεσημέρι, να πιάκει τότσο κρέας, είναι και θηλυκό αμιά. 
Κι έτσι όπως το έλεγε η νόνα του ήτανε, σαν να πίνανε μποτίγιες το μουρουνόλαδο στου γείτονα το σπίτι έτσι που ανεβαίνανε τσι σκάλες, η μια πίσω την άλληνε, οι σάκες με τα μανταρίνια.
  Η συνταγή που διόρισε τση κοπέλας ο γιατρός ήτανε «ένα μπικερίνι μουρουνόλαδο το πρωί, ένα το μεσημέρι και προσοχή, αμέσως μετά, μια σκάρδα μανταρίνι». Τση ανοίγανε λοιπόν το στόμα μ’ ένα κουτάλι, και αδειάζανε μέσα γρήγορα το κίτρινο υγρό. Η δόση ήτανε μετρημένη με το ασημένιο το κουταλάκι, το βαφτιστικό της. Της δίνανε το γιοντερίτσινο με αυτό και τη ρουμπώνανε μετά το φρούτο το ξινό, την υποχρεώνανε δε πάντα να φάει ολόκληρο το μανταρίνι, «έλα, φάτο οπού θα πάει και χαμένο, παναπεί».
Το έτρωγε η φλιμένη, μα αναρίτσιαινε όλη και τση ερχόντανε κακό από τη μυρωδιά του ψαριού σε συνδυασμό με το ασήμι και το σπίρτο του μανταρινιού. Κρατιόντανε, όσο μπορούσε, μα συνήθως έκανε εμετό, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνεται η ίδια κίνηση, δύο και τρείς φορές, μέχρι να πιεί η μικρή το δυναμωτικό της.
Την πάψανε βέβαια, όπως ήτανε και φυσικό και από τη φανέστρα, δεν την αφήνανε να κάθεται κοντά εις το παράθυρο, γιατί όπως έλεγε η νόνα της, «κόβει ψυχή μου η σφέζα, θα σε φυσήξει καμιά ώρα, έτσι φτενή που είσαι και θα τρέχουμε, οπού αυτό μας έλειπε να κάμουμε και μαντού». Η Σταματέλλα που άκουε το λόγο, απομακρύνθηκε το λοιπόν από τα παράθυρα και φυσικά και από τον Χριστόφορο και είχε δύο χρόνια τώρα ακόμα και να τονε σκεφτεί.
Φύγανε μετά με τη σειρά τους κι άλλοι χειμώνες, κι άλλα καλοκαίρια και εμεγάλωσε τόσο του νόντσολου η κόρη του, που αντί να περνάει το βόλτο για να πάει στο σκογειό, το παίρνουνε τώρα για να πάει στα μπάνια με τσι φιλονάδες της, χωρίς ούτε και να θυμάται το γειτονόπουλο.  
Ώσπου ξαφνικά, και μες εκεί λίγο πριν από τσι γιορτάδες, ήρθε ένα απόγιομα στο σπίτι τσου η θειά τση, εκείνη πούχε στη Στρατιά και έφερε τση μάμας τση και του παπάκη τση λόγο από το νόντσολο, για τον υγιό του. Την ήθελε λέει τη Σταματέλλα, ο Χριστόφορος από μιτσός και τώρα είχε έρθει η ώρα να τηνε χαλέψει, να την αρραβωνιαστεί και να την πάρει, να τηνε στεφανωθεί. Δεν ήθελε λέει να πάει μοναχός του εις την Βιέννην, όπου θα γενόντανε κατά τον παπάκη του ντοτόρος. Προμέσι σπόζι δεν θα εκαθόντανε πολύ, μετά τον αρραβώνα θα την εστεφανωνόντανε και θα εφεύγανε για την Αυστρία, αντάμα. Τα άκουσε όλα αυτά και έκρυψε τα μούτρα τση από γλυκειά ντροπή η Σταματέλλα, σα τονε θυμήθηκε πίσω από τη φανέστρα. Ούτε κοντεσίνα να είμαι, εσκέφτηκε, και γίνηκε σαν το μπουχασί και τσή ήρθανε σπυλάδες σαν εφαντάστηκε τσι ντρολτσέτες που θα τση έκανε ο Χριστόφορος γιατί, ναι, ναίσκε, θα του λέγανε, τζα, κι αυτή και ο μπαμπάς της.
Έτσι η βίζιτα για το σταμπένε τση σεμπριάς εκανονίστηκε, με τη βοήθεια τση Τζίας, για κείνηνε την Κυριακή που ερχόντανε, μετά τσι έξι το απόγιομα.
Πρεμούρα με πιάνει οπού θα σου τα πω ετούτα δω και πάλπιτο στο πέτο. Κανείς δε ξέρει αλήθεια γιατί έφυγε, σόλο, με μια βαλίγκια μοναχά ο Χριστόφορος Ντελάντες, μα έτσι ακριβώς εγίνηκε, όπως θα σου τα λέω.
Εβάλανε λοιπόν σαν ήρθε εκείνη η Κυριακή, στη μέση τση μεσάλας, πρώτα πρώτα τσου μπεζέδες. Τα μανταρίνια τα εβάλανε μετά στην ασημένια μπομπονιέρα για να μοσκοβολάει ο τόπος κι απάνου στο σερβάν εβάλανε τσι κύκαρες και τα πιατέλα τα λευκά με τουβαέλια πάνου στο τραπέζι το μιτσό, το κρύο νερό πιο κει στο γυάλινο το μπουκαλέτο, μαζί και τη μποτίγια το λικέρ και το κουνιάκου, εκλείσανε και τσι φανέστρες και κάτσανε να τσου δούνε να ’ρχονται, μπότα τσι οχτώ όπως τα είχανε πεί.
«Τούτο α πόστο», είπανε, και αμέσως ανοίξανε την πόρτα καθώς εβάρησε και ο Άγιος μπότα οχτώ.
Πρώτα εμπήκε εις τη σάλα η γιαγιά. Πίσω τση η μάμα, αλαμπρατσάντε με το νόντσολο και πίσω, με το κότολο πιασμένο να μην το πατήσει, η Σταματέλλα. Έκαμε όμως σα μπήκε εις το σαλόνι ένα πάσο κατά το κομό και έκατσε στάσουλο το βλέμμα της απάνου εις τις κλιμεντίνες κι έμεινε εκεί ξερή με τα μάτια γουρλωμένα σα μπομπόλους. Καθίστε, είπανε, και κάτσανε οι άλλοι κάτου με τη μία, όλοι μαζί. «Δεν μας παίρνει να κάτσουμε ανύπαντροι πολύ», είπε και ο Χριστόφορος και τση εχάιδεψε το μάγουλό τση το δεξί.
Την άγγιξε τότσο ελαφρά και εις τη σοτογόλα και παίρνοντας πίσω το χέρι του το πέρασε από το πέτο τση ελαφρά. Εκεί, τότε, την έπνιξε η φρεσκίγια. Είχε φάει ως φαίνεται κάνα δυο σκάρδες μανταρίνι ο Χριστόφορος μπριχού. Κοκκίνισε η κοπέλα η καψερή και φαντάστηκε απότομα τη μάνα τση μπροστά της να τση βαστάει την κύκαρα και να τση χώνει το κουτάλι εις το στόμα, «πιέστο», την άκουσε να λέει, «πιες το που μας το διόρισε ο γιατρός, πιες το μα μην ξεράσεις». 
 Πρασίνισε και άσπρισε, εκεί μπροστά σε όλους η καψερή και έκαμε απότομα ένα γκλουπ, κάτι που ακούστηκε σα μπόρτσιο, έφερε δε τα χέρια εις το στόμα της, κι έφυγε κατεβαίνοντας δύο δύο τσι σκάλες, αφήνοντάς τους όλους σέκους, εκεί, να μην καταλαβαίνουν γιατί έκαμε με το που την άγγιξε ο Χριστόφορος εμετό. Να μην καταλαβαίνουν γιατί έφυγε, αφήνοντάς τους όλους ιμπάντο και το Χριστόφορο τον άμοιρο, αμανάτο, με το στόμα ανοιχτό, σαν ασημένιο μπατιδούρο.

Γλωσσάρι:

Κάμαρα ντα λέτο / κρεβατοκάμαρα
Νάτολα / αποθηκούλα πίσω από την κουζίνα
Λετρίνα / τουαλέτα
Νιέντε μένο / ούτε λίγο ούτε πολύ
Σλάντσο / ύψος
Γιότσα / έπιπλο, συνήθως στην είσοδο
Τσιγκινιόλες / γάντσο που κρατάει τα παραθυρόφυλλα
Τάλε κουάλε / ίδιο
Κλομπόκιο / βούλωμα, κοντός
Τίρο /ύφος
Νόντσολος /καντηλανάφτης
Κανοκιαλάρω / κοιτάω επίμονα 
Μπενεστάντες / καλοστεκούμενος
Κουάζι / σχεδόν
Κοντραστάρω / (εδώ) συναντώ
Γάρμπο / έρωτας
Γδώνω / τραβάω
Γδώνομαι / τραβιέμαι
Τζόγια μου/ χαρά μου
Ποθώνω / βάζω
Φόρα βότσε / με δυνατή φωνή
Ιντρίγα / άχρηστα πράγματα μες τη μέση
Σγαράρω / ξεφεύγω
Α πούντο / με ακρίβεια
Σέστα / συστήματα
Γιονντερίτσινο / μουρουνόλαδο
Έμπετες / κουτός
Κουράντες / γιατρός
Μποτίγια / μπουκάλα
Μπικερίνι / ποτηράκι
Σκάρδα / μια φέτα (για μανταρίνι, πορτοκάλι, σκόρδο)
Αναριτσιαίνω / ανατριχιάζω
Σφέζα /χαραμάδα
Φτενή / λεπτή
Ντοτόρος / γιατρός
Προμέσι σπόζι / αυτοί που έχουν δώσει υπόσχεση γάμου
Μπουχασί /κόκκινο
Σταμπένε /το σύμφωνο
Πρεμούρα / βιασύνη
Πάλπιτο / ταχυπαλμία
Πέτο / στήθος
Σόλο / μόνος
Μεσάλα / μεγάλο άσπρο λινό κεντητό τραπεζομάντηλο
Μπεζέδες / μαρέγκες, τα προσφέρανε στους αρραβώνες
Κύκαρες / ποτήρια
Μπότα / ακριβώς
Τούτο α πόστο / όλα στη θέση τους
Μπατιδούρος / σήμαντρο
Φρεσκίγιας / η μυρωδιά από αυγό, ψάρι η μανταρίνι
Μπόρτσιο / βρογχικά
Σέκο / ξερό
Σέκους / ξερούς







Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Ο Μέγας Χειμών του 1709 στην Ευρώπη και οι επιπτώσεις του στο νησί της Κέρκυρας



Τριακόσια περίπου χρόνια πέρασαν από εκείνο τον παγωμένο και αδυσώπητο χειμώνα του 1709, όπου οι ανθρώπινες αμαρτίες όλης της γης, όπως σιγοψιθύριζαν οι θεοφοβούμενοι μέσα στην πιο πυκνή πνευματική ομίχλη, κατέβασαν το θερμόμετρο στους 17 υπό το μηδέν. Στη Γαλλία μάλιστα, σε κάποιες περιοχές ο υδράργυρος άγγιξε και τους 20 βαθμούς υπό το μηδέν.
Στα τέλη του 1708 έως και τους πρώτους μήνες μέχρι και τον Απρίλιο του 1709, ειδικότερα όμως τις τρεις πρώτες εβδομάδες του καταραμένου εκείνου χρόνου από τη Σκανδιναβία στο Βορρά μέχρι και την Ιταλία στο Νότο, από τη Ρωσία μέχρι τη δυτική ακτή της Γαλλίας, όλα καλύφθηκαν από τον πάγο. Λίμνες, ποτάμια, θάλασσες, ακόμα και το χώμα πάγωσε σε βάθος ενός μέτρου. 
Κατά τη διάρκεια του ισχυρότερου παγετού στην καθολική μνήμη της Ευρώπης, κατά το μετεωρολόγο William Derham, που έμεινε στα χρονικά ως “The Great Frost” στην Αγγλία και “Le Grand Hiver” στη Γαλλία τα περισσότερα ζώα πέθαναν ενώ καταγράφηκαν ακόμα και «εκρήξεις» δέντρων. Ενέσκηψε τότε μεγάλη πείνα σε ολόκληρη την Ευρώπη, ως παρεπόμενο της κατεστραμμένης συγκομιδής και οι «αμαρτωλοί» άρχισαν να μετανιώνουν για τα φερσίματα τους και ξεκίνησαν τις προσευχές και τις δεήσεις. Ο κλήρος ρίχτηκε να κατασιγάσει τις κακοκαιρίες και να εξευμενίσει τον οργισμένο  καιρό με παρακλήσεις, λιτανείες και δεήσεις, μαστιγώνοντας τις ανομίες, καθείς σύμφωνα με το δόγμα του, ο Ορθόδοξος κάνοντας πλήθος αφορισμούς, ο δε Καθολικός με όργανο τη φοβερή  Ιερά Εξέταση έριχνε κόσμο στην πυρά και όλος αυτός ο ανθρώπινος αλληλοσπαραγμός δε θα είχε τελειωμό αν δε συνέρχονταν ο υδράργυρος μέσα στη σκληρή φλέβα του θερμομέτρου.
Στα βόρεια άρχισε από νωρίς, ξεκινώντας από τη νύχτα της 6ης Ιανουαρίου και φτάνοντας στο ζενίθ στα τέλη Ιανουαρίου κατεβαίνοντας την ίδια περίοδο προς τα νοτιότερα εξασθενώντας όμως εξαιρετικά αργά συναντώντας, μέχρι και τα μέσα Απριλίου παγετό και καταιγίδες. Ο παράγοντας καιρός, βασικός και καίριος σε κάποιες περιπτώσεις ρυθμιστής γεωπολιτικών ανακατατάξεων, θα ορίσει  νέους κυρίαρχους σε περιοχές αφού η δριμύτητα του σπάνιου εκείνου καιρικού φαινομένου έκρινε με τρόπο καθοριστικό την έκβαση της μάχης της Πολτάβα ανάμεσα στη Σουηδική αυτοκρατορία και την παγωμένη αχανή Ρωσία προκαλώντας τον αποκλεισμό των στρατευμάτων του Καρόλου στην Ουκρανία εξαιτίας του ψύχους. Αφαιρείται πλέον η μέχρι τούδε πρωτοκαθεδρία της Σουηδίας και η Ρωσία καθίσταται η νέα υπερδύναμη στο Βορρά, μεταβάλλοντας εκ βάθρων τις ισορροπίες.
 Ο Elie Berthet θα περιγράψει λίγο αργότερα σε χρονογράφημά του τις σκληρές σκηνές της άθλιας καθημερινότητας της παγωμένης  γαλλικής υπαίθρου:
 "Μόλις έπεφτε ο ήλιος τα πάντα ερήμωναν και αν κάποιο ζώο ξέφευγε από τη ζεστασιά της πάχνης του πάγωνε στο λεπτό. Πλήθος ζητιάνων και περιπλανώμενων έψαχναν απεγνωσμένα κάπου να χωθούν για να γλιτώσουν. Το σπίτι ενός σιδηρουργού, όπου φιλοξενούσε και το εργαστήρι του, μετατράπηκε σε μικρό πανδοχείο, με μια πολυάριθμη ετερόκλητη παρέα να πασχίζει να ζεσταθεί γύρω από τη φωτιά που  πάνω της έβραζε μια  καπνισμένη χύτρα με  περίεργη σούπα, ανακατεμένη με κομμένες φέτες παγωμένου ψωμιού....ένας καπουτσίνος από την παρέα αποφάνθηκε ότι αυτό ήταν σίγουρα το τέλος του κόσμου εξαιτίας των ανθρώπινων αμαρτημάτων και όλοι συγκατένευσαν στωικά... Τα δάση αποψιλώθηκαν, τα έπιπλα, ακόμα και οι πόρτες των σπιτιών καταστράφηκαν για να κρατήσουν ζωντανή τη φωτιά...  Τα ξύλα ήταν πια από τα τέλη του 1708 είδος δυσεύρετο και σπάνιο, τόσο που κάποιοι ευγενείς δώριζαν δεμάτια ξυλείας ως δώρο για τη νέα χρονιά..!"




Le lagon gelé en 1709, by Gabriele Bella, part of a lagoon which froze over in 1709, Venice, Italy.



Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Κατεβαίνοντας νοτιότερα, το ψυχρό κύμα θα αγκαλιάσει και τα νησιά στο Ιόνιο σηκώνοντας φοβερούς ανεμοστρόβιλους (ρούφουλες) και προκαλώντας μια πολυήμερη καταστροφική καταιγίδα.
   Μέσα στους τόμους του Ιστορικού Αρχείου Κέρκυρας δεκάδες χειρόγραφα αναφέρονται στον αλλόκοτο και πρωτόγνωρο -για τα ήπια κλιματικά δεδομένα του νησιού- εκείνο καιρό που έπληξε βαρύτατα το νησί. Ο Σπύρος Κατσαρός, ιστοριοδίφης-ερευνητής των αρχείων του νησιού συνέλεξε και συνέδεσε όλα τα χειρόγραφα που μαρτυρούν την τραγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το νησί και οι κάτοικοι εκείνη τη δύσκολη περίοδο.
 Η δεινότερη μέρα, σύμφωνα με τα αρχεία, ήταν η 12η Φεβρουαρίου, που καταγράφηκε μια πρωτόγνωρη στα χρονικά νεροποντή συνοδευόμενη από ισχυρά αστραπόβροντα και κεραυνούς, εγκαινιάζοντας μια σειρά από καταστροφικές μέρες, που βούλιαξαν κυριολεκτικά το νησί οδηγώντας σε απόγνωση τον πληθυσμό του. Αυτός μάταια θα προστρέχει προς διαβεβαίωση της πίστης του σε λιτανείες, παρακλήσεις και δεήσεις για να απαλύνει τη θεϊκή οργή. Αρχικά χτυπήθηκε το προάστιο του Σαν Ρόκκο και ακολούθησε το Μαντούκι και οι Καστράδες (Γαρίτσα).
 Ακολουθεί ένα χειρόγραφο αίτημα προς το Μέγα Πρωτοπαπά Αναστάσιο από κατοίκους του Μαντουκιού να τους επιτραπεί, παρέχοντας τους σχετική άδεια να τελέσουν λιτανεία με περιφορά της εικόνας της Θεομήτωρος.

«Παν εδεσιμώτατε και μέγιστε αυθέντη ημών πρωτοπαπά πόλεως και νήσου Κέρκυρας.
Βλέποντες ημείς οι κυβερνήτε της μονής του Αγίου Αθανασίου εις το Μαντούκι, δηλαδή Γεωργάκης ο Κρητικός, Μίχος Ρέβης, Ιωάννης Βερβιτσιώτης και Ιωάννης Λούλης πως ο μέγας θεός δια τα ημών αμαρτίας θέλει με μεγάλην οργήν και θυμόν να εξολοθρεύσει τα πλάσματα του, και καταποντίσει την πόλιν ταύτην και νήσον, όμως θαρόντες πάντες ημείς και προσφέρονταις όλαις μας ταις ελπίδαις εις την αειπάρθένον και θεοτόκον Μαρίαν, δια τούτο προστρέχοντας ημείς οι άνωθεν κυβερνήται προς την σην ιεράν κεφαλήν αναζητώντας ταπεινώς να ήθελεν παρουσία της, εκκλησιατικήν δόσει ημίν άδειαν δια την νυν ερχομένη Κυριακήν εισί εις ταις η’ του παρόντος, όπως με την εικόνα της αυτής θεομήτορος, λιτανεύσωμεν με πάσαν ταπείνωσιν και ευλάβειαν αν και αμαρτωλοί όντες, ίσως δια πρεσβειών της ο υιός αυτής ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός συγχωρήσει τα παραπτώματα ημών πέβοντας εις την πόλιν ταύτην και νήσον πλούσια τα ελέη του και τους οικτιρμούς του χάριτι και εις εξής…
Η απάντηση:
α  ψ  θ΄ τη αυτή
Ο Παναιδεσιμώτατος και μέγιστος αυθέντης πρωτοπαπάς πόλεως και νήσου Κέρκυρας ειδών και ακούσας την άνωθεν προσφερθείσα γραφήν και καλώς την αυτής περίληψιν εννοήσας συγκαταβαίνων παρέχει άδεια των αυτών κυβερνητών του ποιήσειν την ερχόμενην Κυριακήν είκοσι του ενεστώτος την αυτήν αναζητηθείσαν λιτήν όπως…."
Αναστάσιος ο Κέρκυρας Μέγας Πρωτοπαπάς (πρωτότυπα χειρόγραφα των επιστολών αυτών βρίσκονται στο Ι.Α.Κ. –Τόμος των «Διαφόρων» του Μέγα Πρωτοπαπά Αναστάσιου Αυλωνίτη, σελ.899, 900, 901.)
Λίγο αργότερα, τη μέρα που γράφονταν αυτή η επιστολή χτυπήθηκε βαρύτερα από όλα τα άλλα σημεία και το τρίτο προάστιο, η Γαρίτσα. Συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι το ίδιο προάστιο τον προηγούμενο χρόνο επλήγη και από καταστροφικό σεισμό, οι πρόχειρες επισκευές των στεγών σαρώθηκαν ευκολότερα στο πέρασμα των δυνατών ανέμων αφήνοντας άστεγους και στο έλεος της παγωνιάς, των ανέμων και της πείνας τους κατοίκους της.
Φυσικό επόμενο μιας τέτοιας μεγαλειώδους θεομηνίας ήταν η πείνα. Τα πρώιμα σπαρτά καταστράφηκαν, ενώ η ακατάπαυστη βροχή δεν επέτρεψε να γίνουν όψιμες σπορές, όσο για την παραγωγή λαδιού, το κύριο προϊόν του νησιού, οι ακόλουθες χρονιές θα ήταν με μηδενική σοδειά.

"  Έπεσε μεγάλη πείνα και μεγάλη ακρίβεια δια τον κακόν χειμώνα όπου δεν άφηνε τον κόσμο να σπείρει, ότι έβρεχε κάθε μέρα, επήγε το βατσέλι το γέννημα ρεάλια δύο κι έλειψε το λάδι ήτανε άσοδη."

Η ελπίδα εναποτέθηκε τελικά στις εισαγωγές από τη Βενετία μέχρι να επανέλθει η παραγωγικότητα στα προηγούμενα από τη θεομηνία επίπεδα.
Αξιοσημείωτο ωστόσο είναι, σύμφωνα πάντα με την έρευνα του Σ. Κατσαρού  πως σε κανένα χρονικό της εποχής αλλά και σε καμία αίτηση για λιτανεία δεν αναφέρεται ο Άγιος Σπυρίδων, παρά το αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο Μέγας Χειμών υπήρξε μια από τις δεινότερες περιπέτειες του νησιού.
Γιάννου Πέπη

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 

Σ. Κατσαρός, Χρονικά των Κορυφών, τ.2, Κέρκυρα 1978
Elie Berthet, L'annee' du grand hiver, Paris 1873



Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Αγάπη παράνομη: ένα διήγημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη

Κωνσταντίνος Θεοτόκης,  «Αγάπη παράνομη»
Από τη συλλογή διηγημάτων «Κορφιάτικες Ιστορίες»

Από τα συγκλονιστικότερα και πιο μακροσκελή διηγήματα του Θεοτόκη, όπου το ανυπόταχτο κι ανεξέλεγκτο πάθος ενός πεθερού για τη νύφη του θα σύρει στο θάνατο τη νεαρή κοπέλα και αυτόν θα τον κάνει μισότρελο  φυγά από την ίδια του την  πόλη.
Ο Θεοτόκης έχοντας εντρυφήσει βαθιά στην ανθρώπινη ψυχολογία και στα στάδια του παθιασμένου ερωτικού αισθήματος θα περιγράψει την άνομη θανάσιμη σχέση  και τους βασικούς μοιραίους πρωταγωνιστές της βυθίζοντας μας σε διλήμματα για τη μοιρασιά της θλίψης μας.
 Σε ποιον αναλογεί μεγαλύτερο κομμάτι; Συμπάσχουμε με ποιον; Με τον πατέρα, τον στιβαρό νοικοκύρη Αντώνη Θεριανό που χάνει τον έλεγχο, στα στερνά του, έχοντας διανύσει μια ενάρετη ζωή εύπορου χωρικού  μέσα σε μια οικογένεια- πρότυπο κανονικότητας-, καμάρι σε όλο το Δαφνύλα, με σύζυγο όμορφη και προκομμένη και τσούρμο παιδιά ή με την ήρεμη νοικοκυρά- σύζυγο που μετατρέπεται σε τέρας αποφασιστικότητας αλλά και μίσους για να προστατέψει τα παιδιά της;  ή τέλος στην πιο έρημη ευθυνών, το αθώο κορίτσι που φέρει την άγνοια της ομορφιάς του σαν ένα βαρύ οπλοστάσιο πάνω του, έτοιμο να εκπυρσοκροτήσει και να κατακαύσει ανθρώπους και να ρημάξει ζωές;

Χωρική από τον Ποταμό, Β. Μποκατσιάμπης

 Το ότι αγνοεί τούτο το βαρύ οπλισμό τη φανερώνει σε μας τόσο τραγική, τόσο συμπαθητική και μοιραία ταυτόχρονα. Η μοναξιά της εντείνει τα μελανά χρώματα του πεπρωμένου της, κανείς δε στέκεται κοντά της, είναι η πλήρης απομόνωση. Η γυναίκα που βγαίνει νύφη από το σπίτι της είναι αυτονόητο- στη ζωή του χωριού- ότι η πόρτα του πατρικού κλείνει οριστικά κι αμετάκλητα πίσω της, αδιαφορώντας για τα ακούσια τραγικά που θα συμβούν στη ζωή της.
 Ο Θεοτόκης αγαπούσε τις γυναίκες της υπαίθρου, τις κοίταζε συμπάσχοντας, όχι με την πρόστυχη περιέργεια του αριστοκράτη για τη χωριάτικη ψυχή, μόνο με γνήσιο ενδιαφέρον, και ανάτεμνε τις ψυχές τους, τις αγαπούσε και τις νοιάζονταν. Έβλεπε, από τον πατέρα και μετά στο σύζυγο πως δεν τις συνόδευε κανένα έλεος, ήταν αποδέκτες απλώς της βίαιης, κτηνώδους κι ανελέητης αντρικής βούλησης και τούτη τη βιαιότητα και τη σκληράδα πάλι οι ίδιες τη χρεώνονταν. Να γιατί μαραίνονταν γρήγορα, μετατρέπονταν αίφνης σε χονδροειδή πλάσματα κενά από ζωή, οι όμορφες πληρώνοντας πιο επώδυνα και γρηγορότερα το τίμημα της γυναικείας τους φύσης.
Όταν καταλαβαίνουν νύφη και πεθερά τη φριχτή πρόθεση του άντρα και υποσυνείδητα γνωρίζοντας το αμετάκλητο της , η πρώτη με την ελπίδα της εναντίωσης στο πεπρωμένο μουνταίνει τα ασπρόρουχα της στον καπνό της στιάς, δε βάζει χρωματιστά ρούχα και στολίδια,  δε σηκώνει τα μάτια από το πάτωμα και η κυρά του σπιτιού δεν την αφήνει από τα μάτια της, κι ενώ ξέρει την αθωότητα της νεανικής ψυχής ήδη την έχει καταδικάσει, ήδη θεωρεί το λευκό παρθενικό σώμα μολυσμένο κι ανίερο.
Ο Αντώνης Θεριανός  μέχρι και τη στιγμή που θα τον συνεπάρει ορμητικό το πάθος είναι ορθολογιστής, χωρίς ίχνος βιαιότητας,  χωρίς τάσεις προσέγγισης άλλων γυναικών, εξαιρετικά «πολιτισμένος» για τα όρια της υπαίθρου, εύπορος κι ευυπόληπτος.  Αρχικά μεταφράζει και εκλογικεύει το άλογο πάθος που τον κυριεύει ως θαυμασμό σπρώχνοντας το γιό του, αν και μικρός στην ηλικία να την παντρευτεί. Το μυαλό στον έρωτα στροφάρει με εκπληκτικό τρόπο και μηχανεύεται απίθανα σχέδια με τέλεια αποτελεσματικό τρόπο, κι ενώ ο παθιασμένος δεν περπατά ποτέ το μονοπάτι της λογικής για τα σχέδια αυτά ξεστρατίζει για λίγο σε αυτό, το πνεύμα έχει μια φοβερή αναλαμπή κι εγρήγορση για να φτάσει στο ποθούμενο. Ακόμα όμως,- και όχι αυτή τη στιγμή-, προσπαθώντας να πείσει τη γυναίκα του για το γάμο, δεν έχει συνειδητοποιήσει τον ανίερο σκοπό της φλογισμένης του ύπαρξης.
 Το πάθος ορμητικό και χειμαρρώδες  θα τον σαρώσει μόνο τη μέρα του γάμου, όταν αλλάζουν τα στέφανα  οι νεόνυμφοι ,και περισσότερο μέσα στη φαντασμαγορία της χωριάτικης γιορτής, όταν το κρασί νοθεύει την οξύνοια των κόκκινων- σχεδόν ηλίθιων προσώπων -και η απουσία παρατηρητικότητας των συνδαιτημόνων-ευδαιμονία για κάθε ερωτευμένη ψυχή- δημιουργεί το τέλειο περιβάλλον να ξεχυθεί το ακατανόητο και ανείπωτο, φανερωμένο μονάχα σε έναν νηφάλιο παρατηρητή που πλήττει  κι αναζητά διέγερση των αισθήσεων του.  Τότε το σώμα προδίδεται, από την παγερή  ωχρότητα,  το βεβιασμένο άσχημο γέλιο, τα θολά μάτια με τις διεσταλμένες κόρες και τον πυρετό της ζήλιας να συνθλίβει με ευκολία ακόμα και την – σαφώς αναμφισβήτητη;- πατρική αγάπη.  Το πρόσωπο αυτό ποτέ πια δε θα είναι το ίδιο, δεν υπάρχει επιστροφή, το ξέρει αυτό ο καθένας που έζησε το πάθος εκείνο- το χωρίς έλεγχο.
Μάσκα δε φοριέται πλέον σε τούτο το πρόσωπο, προδίδεται εύκολα στη θέα των νεόνυμφων που ανοίγουν χαρούμενοι το παράθυρο να δουν τον ήλιο , ύστερα από τη γαμήλια νύχτα. Σηκώνει το «κρασισμένο» ακόμα κεφάλι, σε ένα χώρο που οι άλλοι αμέριμνα κάνουν τις συνηθισμένες πρωινές δουλειές τους και βλέπει την ευτυχία των νεανικών αγκαλιασμένων  κορμιών να ατενίζουν το πρωινό φως της νέας τους ζωής και έρχεται η απόγνωση χωρίς φραγμό, χωρίς ηθικό ενδοιασμό και μετουσιώνεται σε σπαρακτική κραυγή.
«Πω! Πω!» εφώναξε σκεπάζοντας το πρόσωπο καρδιοπονεμένος.
«Ζηλεύεις» του είπε η γυναίκα του από μέσα τρέμοντας και κιτρινίζοντας. «Στα Σόδομα δεν έκαναν χειρότερα. Θα βουλήσει το χωριό για την αμαρτία σου, ντροπή σου!»
«Ο άθρωπος» ξακολούθησε εκείνη «τρελαίνεται τρεις φορές, στα νιάτα, στα μεσάτα και στα γεράματα. Ο θεός να σου συχωρέσει τον αμαρτωλό λογισμό, γιατί έχεις χαμένο το νου σου.»
Η Διαμάντω, η γυναίκα του, είναι το πρώτο πρόσωπο που μοιράζεται το επαίσχυντο μυστικό της καρδιάς του και η αντίδραση της δεν περικλείει διόλου εκείνο το συναίσθημα του πληγωμένου εγωισμού μιας προδομένης γυναίκας αλλά ως το βασικό κύτταρο μιας ενωμένης μέχρι τώρα οικογένειας νιώθει την απειλή της θεϊκής κατάρας πάνω στο νοικοκυριό της και κυρίως στα υπόλοιπα παιδιά της, όπου το στίγμα της πατρικής αμαρτίας θα τα σημαδέψει για πάντα.
Αποκτά σαν την κυρά- Επιστήμη στην «Τιμή και το χρήμα» σιδερένια βούληση, γίνεται αίφνης ο άντρας του σπιτιού, ικανή για όλα, βάζει σε προστατευμένο κλουβί μόνο τα παιδιά της αφήνοντας απέξω τα μιαρά τέρατα της φύσης, σύζυγο και νύφη. Όταν ο γιος φεύγει φαντάρος και το «κακό» παρά τις προφυλάξεις της διαπράττεται,  εκείνη  το οσμίζεται αμέσως και οχυρώνεται πια για πόλεμο.
Συνέβη ένα κρύο θλιβερό απόγευμα της Αποκριάς όταν η νύφη βρίσκονταν στον κήπο, ανυποψίαστη κι αφηρημένη- η στρατηγική της αδιαφορίας και η υποκρισία της παροδικής τρέλας- χαλάρωσαν την προσοχή των γυναικών και ωρίμασε πια ο χρόνος να εκπληρωθεί το πάθος, χωρίς περιττούς ρομαντισμούς, χωρίς δισταγμό, με πρωτοφανή αγριότητα και φόβο μαζί , μην τυχόν κάποιο απροσδόκητο γεγονός έφερνε τη ματαίωση.
«Και από τότε εκυλιόντουν και οι δυο στο βούρκο» γράφει ο Θεοτόκης, με τη Χρυσαυγή να σωπαίνει από τις ενοχές που συνοδεύουν πάντα το θύμα κι εκείνον να επιστρατεύει τις άμυνες του να διατηρήσει κυρίως το προσωπείο της  αδιαφορίας. Όταν μένει έγκυος το τέλος του δύσβατου δρόμου αρχίζει να αχνοφαίνεται. Η πεθερά-μάνα πάνω από όλα-σπρώχνεται στην αναγκαιότητα της συμμαχίας με τους αμαρτωλούς, να μην καταλάβει τίποτα ο κόσμος και χαθούν και τα υπόλοιπα παιδιά της. Ο Αντώνης ο Θεριανός δεν είναι πια ο στιβαρός άντρας-καμάρι του χωριού- είναι ένα αδύναμο εξαρτημένο ανθρωπάκι, αποστραγγισμένο από κάθε ζωή, υπάκουο πιόνι και στην πιο παράλογη απαίτηση της νόμιμης γυναίκας του. Είναι έτοιμος πια να πληρώσει, όχι χωρίς κάποια λιποψυχία. Παρά τον πόνο της ψυχής του δέχεται υποτακτικά να θανατώσουν το «μούλικο» μέσα στη βρώμικη αποθήκη που ξεγέννησε το νεαρό κορίτσι δίνοντας του μόνο νερό και ζάχαρη, να γλυκάνουν το θάνατο του, να μειωθούν οι ενοχές τους.
Το κορίτσι ψυχομαχάει στο αχυρένιο στρώμα από τη δύσκολη γέννα και προσπαθεί μάταια με αχνή φωνή και λίγη ψυχή να σώσει το νεογέννητο, όμως είναι σαν να μην υπάρχει πια, από πρωταγωνίστρια στο δράμα είναι πια ένας τιποτένιος κομπάρσος, που πρέπει να εγκαταλείψει το σκηνικό πάση θυσία. Έτσι και γίνεται. Ο Αντώνης Θεριανός χάνεται με σαλεμένα τα λογικά μέσα στη νύχτα και κανείς πια δεν τον ξαναβλέπει.
Με την εξαφάνιση και των τριών τους η επόμενη μέρα λάμπει φωτεινή, η ισορροπία έχει αποκατασταθεί, μόνο δυο οικογένειες καλύπτουν καλά καλά τις χάσκουσες πληγές τους κλείνοντας τες ερμητικά στο μπαούλο των οικογενειακών μυστικών, που άλλωστε όλοι έχουμε ένα σε κάποια γωνιά του σπιτιού μας.


Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Η απελευθέρωση της Κέρκυρας: εντάσεις και παρανοήσεις

Οι δυνάμεις του τακτικού ΕΔΕΣ που στάλθηκαν στην Κέρκυρα για την υλοποίηση των όρων της συμφωνίας της Καζέρτας αποβιβάζονται στη Μεσογγή τη νύχτα της 8ης Οκτώβρη. Το προγεφύρωμα για την αποβίβαση, που υπήρξε αναίμακτη, κάλυψαν οι δυνάμεις του Εφεδρικού ΕΔΕΣ Λευκίμμης με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Μεταξά.

Οι αρχές πληροφορήθηκαν την απόβαση από την επιστολή του Μητροπολίτη Παραμυθίας Δωρόθεο προς τον Μητροπολίτη Κέρκυρας Μεθόδιο.

«Σεβασμιώτατε εν Χριστώ αδελφέ,
Μετά μεγίστης συγκινήσεως σας γράφω τας γραμμάς ταύτας, καθ΄ην στιγμήν πατώ την ένδοξον γην της Κέρκυρας. Σκοπός της παρούσης μου είναι όπως εγχειρήσετε καταλλήλως την επιστολήν εις τους Γερμανούς, την οποίαν μετά της παρούσης λαμβάνετε και την οποία γράφει αντιπρόσωπος της Συμμαχικής Αποστολής και δι ης συνιστά εις αυτούς, αφού συναντηθώσι, να συζητήσωσι το ζήτημα της παραδόσεως των. Επιπλέον, εάν επιθυμούν αναλαμβάνομεν και ημείς την ασφάλεια των δια την παράδοσιν. Ημείς θα τους διευκολύνωμεν πολύ και θα μείνωσι ευχαριστημένοι ως οι εν Ηγουμενίτσι παραδοθέντες, τους οποίους επεριποιήθημεν πολύ καλά. Θαυμάζομεν την ανδρεία και πειθαρχία των αλλά οι πόλεμοι κλίνουν πότε εις το εν και πότε εις το άλλο μέρος.
Ειδοποιήσατε και τον Διοικητήν της Χωροφυλακής να έλθη αμέσως προς συνάντησιν μας, καθώς και ο Διοικητής της Αστυνομίας Πόλεων, δηλ. και οι δυο ομού.
Της Υμετέρας φίλης και περισπουδάστου μοι Σεβασμιότητος εν Χριστώ αδελφός όλως πρόθυμος.

Ο Παραμυθίας ΔΩΡΟΘΕΟΣ»

Η επαφή με τις δυνάμεις του τακτικού ΕΔΕΣ πραγματοποιήθηκε κάπου στα Μωραϊτικα. Ο μητροπολίτης Δωρόθεος, ο ταγματάρχης Δ. Σαρρής, διοικητής του τάγματος, και αξιωματικοί του τοπικού ΕΔΕΣ υποδέχτηκαν το Μητροπολίτη και τους συνοδούς του. Έπειτα από τις παρουσιάσεις και την παράδοση της απάντησης του γερμανού διοικητή ο ταγματάρχης Σαρρής δήλωσε ότι είχε έρθει στην Κέρκυρα ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, προκειμένου να εφαρμοστεί το Σύμφωνο της Καζέρτας, όπου θα καθορίζονταν θέματα σχετικά με τη δράση, τον έλεγχο και τον αφοπλισμό των ένοπλων τμημάτων αντίστασης που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής στον ελληνικό χώρο, προκειμένου η χώρα να οδηγηθεί στην ομαλότητα μετά την απελευθέρωση.
Όσον αφορά στην πολιτική διοίκηση θα παρέμενε η ίδια μέχρι την άφιξη του Κυβερνητικού Αντιπροσώπου για τα Ιόνια Νησιά, που είχε διορίσει η Κυβέρνηση.
Ο αρχηγός του ΕΛΑΣ Τριβυζάς δέχτηκε την άποψη αυτή δηλώνοντας ότι θα πειθαρχήσει. Αντίθετα, οι Μωραϊτης και Άνθης ζήτησαν να εφαρμοστεί η συμφωνία των κερκυραϊκών οργανώσεων της 4ης Οκτώβρη για συνδιοίκηση. Ωστόσο η άποψη αυτή δεν έγινε δεκτή εφόσον οι νεότερες αποφάσεις προέρχονταν από την Κυβέρνηση και όχι από τον ΕΔΕΣ. Παράλληλα ο Σαρρής δηλώνει ότι την επομένη το πρωί θα έμπαινε στην πόλη επικεφαλής των τμημάτων του.
Στις 10 Οκτώβρη η ελληνική σημαία κυμάτιζε στο Σταυρό του Παλαιού Φρουρίου. Η είσοδος των τμημάτων του Σαρρή πραγματοποιήθηκε στις 4μ.μ κάτω από καταρρακτώδη βροχή. Είχαν προηγηθεί δυο ώρες πριν ο Μητροπολίτης Δωρόθεος, ο Σαρρής και άλλοι αξιωματικοί για να ρυθμίσουν θέματα στρατωνισμού των τμημάτων αυτών. Η νέα στρατιωτική διοίκηση εγκαταστάθηκε στη Νομαρχία, στο κτίριο του πρώην εκπαιδευτηρίου ¨Καποδίστριας».
Η εγκατάσταση των δυνάμεων του ΕΔΕΣ στην πόλη συντελέστηκε ομαλά και χωρίς να σημειωθεί κανένα επεισόδιο. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ παρόλο που πειθάρχησαν στη διαταγή του Στρατιωτικού αρχηγού τους για αποστράτευση δεν αντέδρασαν. Διατήρησαν ωστόσο τις θέσεις τους σε διάφορα σημεία της πόλης ενώ αναμένονταν η Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή και ο Κυβερνητικός Αντιπρόσωπος.

Οι Κερκυραίοι γιορτάζουν την απελευθέρωση.

Πράγματι, στις 10 Οκτώβρη καταφτάνει η Κυβερνητική Αποστολή αποτελούμενη από τον αμερικανό λοχαγό Ρότζερς, τον άγγλο υποπλοίαρχο Μπέϊκον και τον ανθυπασπιστή διερμηνέα Γεωργίου. Κατόπιν συνεννοήσεως των παραγόντων αποφασίζεται να εορταστεί η απελευθέρωση του νησιού την επομένη το πρωί, με δοξολογία στο Μητροπολιτικό ναό και με λαϊκή συγκέντρωση στην πάνω πλατεία, με ομιλητή το Μητροπολίτη Μεθόδιο και τους συμμάχους αξιωματικούς.

Ο Μητροπολίτης Παραμυθιάς Δωρόθεος, δεξιά - όπως βλέπουμε - του στρατηγού Ζέρβα με στολή αντάρτη.
Αριστερά του Ζέρβα διακρίνεται ο Επίσκοπος Κέρκυρας και Παξών, Μεθόδιος Κοντοστάνος.

Όπως ήταν αναμενόμενο τόσο στη δοξολογία όσο και στη συγκέντρωση δε συνέρρευσε το σύνολο των κερκυραίων πολιτών. Το ΕΑΜ θεώρησε τη συγκέντρωση ως συγκέντρωση του ΕΔΕΣ και αρνήθηκε να λάβει μέρος, οργανώνοντας παράλληλα την ίδια ώρα- ως επίδειξη της λαϊκής του δύναμης- άλλη συγκέντρωση στην πλατεία Γ. Θεοτόκη. Η διάσπαση των δυνάμεων και τα πολιτικά συνθήματα που εκτοξεύτηκαν και από τις δυο πλευρές δηλητηρίασαν την χαρούμενη γιορταστική ατμόσφαιρα των πρώτων ωρών της απελευθέρωσης. Ο αμερικανός σύνδεσμος αντιλαμβανόμενος την κρίσιμη κατάσταση έκρινε σωστό να οδηγήσει τα πράγματα σε άμεσο κατευνασμό. Δέχονται λοιπόν τη δικαιολογία- για να κρατήσουν τα προσχήματα- ότι η αλλαγή της ώρας (από το πρωί της 11ης Οκτώβρη είχε καταργηθεί η θερινή ώρα, που είχαν επιβάλλει οι Γερμανοί) καθυστέρησε την προσέλευση του κόσμου στην επίσημη συγκέντρωση της Πλατείας και κατευθύνονται αυτοί πλέον στην πλατεία Γ. Θεοτόκη όπου θα μιλήσουν στο πλήθος από τον εξώστη της οικίας Μαρόλλα. Στις σύντομες ομιλίες τους τόσο ο Ρότζερς όσο και ο Μπέηκον φρόντισαν να ενισχύσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και να εδραιώσουν την πεποίθηση ότι ξεκινά ένας νέος ελπιδοφόρος κύκλος στη ζωή του νησιού με την υπόσχεση της ανεπιφύλακτης συμπαράστασης και αρωγής στο έργο της ανοικοδόμησης.

Οι ταραχές

Κι ενώ οι ομιλίες συνεχίζονται μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού στο βάθος της πλατείας ηχεί ένας πυροβολισμός, του οποίου η προέλευση δεν εξακριβώθηκε ποτέ και που ωστόσο κατά μία εκδοχή είχε σαν στόχο τον τότε διευθυντή της αστυνομίας Ηρ. Δεδόπουλο. Τον πυροβολισμό ακολούθησαν ριπές αυτόματων όπλων που ρίχτηκαν στον αέρα από άντρες του 65ου Συντάγματος της Χ Μεραρχίας του ΕΔΕΣ- της τακτικής μονάδας που είχε αποβιβαστεί στη Στρογγυλή- εγκατεστημένους στους εξώστες του Τηλεγραφείου και στην είσοδο των γραφείων της Διοικήσεως Χωροφυλακής. Ο κόσμος πανικόβλητος άρχισε να σκορπίζεται άτακτα στα γύρω στενά αναζητώντας καταφύγιο, ενώ οι πυροβολισμοί συνεχίζονταν ακολουθούμενοι και από εκρήξεις χειροβομβίδων.
Τον πανικό και τη σύγχυση διαδέχτηκαν η έξαψη και ο εξακοντισμός αλληλοκατηγοριών ανάμεσα στις δυο παρατάξεις. Η Αστυνομία αδυνατούσε να διατηρήσει την τάξη, οι λόγοι διακόπηκαν και όλοι επέστρεψαν στη Νομαρχία, την έδρα της Στρατιωτικής Διοικήσεως. Οι σφοδρές διαμάχες μαίνονταν και το τεταμένο κλίμα οδηγούσε με βεβαιότητα στην ένοπλη σύγκρουση, αν δεν λαμβάνονταν άμεσα πρωτοβουλία κατευνασμού των οξυμμένων πνευμάτων. Ο σκληρός πυρήνας του ΕΑΜ δεν είχε αποδεχθεί τον αφοπλισμό και την εξολοκλήρου ανάληψη της στρατιωτικής διοίκησης από τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ. Στα βορειοδυτικά υψώματα του νησιού ήταν στρατοπεδευμένες δυνάμεις του ΕΛΑΣ  προς τις οποίες κατευθύνονταν απεσταλμένοι με εκκλήσεις, προκειμένου αυτοί να μπούνε στην πόλη και να προστατεύσουν τους ομοϊδεάτες τους. Κάθε λεπτό που περνούσε ήταν εξαιρετικά κρίσιμο με την τελική σύγκρουση να βρίσκεται προ των πυλών.

Διαλλακτικότητα και ψυχραιμία

Διαλλακτικά στελέχη και των δυο παρατάξεων συναντούν το Σαρρή στο γραφείο του πλαισιωμένο από τον αρχηγό του ΕΔΕΣ Κέρκυρας. Ο Σαρρής, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε λάβει γνώση των συμβάντων στάθηκε αρχικά εξαιρετικά αδιάλλακτος. Σε έντονο ύφος δηλώνει στην Επιτροπή ότι θα πνίξει τη στασιαστική εκδήλωση στο αίμα. Τις ίδιες δηλώσεις απευθύνει και στο Γραμματέα της Νομαρχιακής του ΕΑΜ Ε. Μωραϊτη, όταν φτάνει και αυτός στο γραφείο του συνοδευμένος από το Συνταγματάρχη Σ. Τριβυζά. Έξαλλος  και άκαμπτος ο Στρατιωτικός Διοικητής με τις πληροφορίες για δολοφονικές απόπειρες εναντίον των αντρών του απορρίπτει οποιαδήποτε προσπάθεια ήρεμου διαλόγου κορυφώνοντας την ένταση, παρά τις διαβεβαιώσεις των συνομιλητών του ότι επρόκειτο για απλές φήμες. Η παρέμβαση ωστόσο του Ρότζερς με τη διαβεβαίωση ότι οι στρατιώτες του είχαν πυροβολήσει βάρυνε ιδιαίτερα στον κατευνασμό της οργής του Σαρρή και ευτυχώς πρόλαβε την αιματηρή συνέχεια. Κατόπιν συνεννόησης Ελλήνων και Αμερικανών  αποφασίζεται επίσκεψη των Μωραϊτη, Σαρρή και Ρότζερς στα κεντρικά σημεία της πόλης, εκφράζοντας σημειολογικά με την κοινή τους εμφάνιση τη συνεργασία οργανώσεων και συμμάχων. Κάπως έτσι επήλθε η ηρεμία και η απομόνωση των αδιάλλακτων.

Η Κέρκυρα σε νέο κίνδυνο

Η αποχώρηση των Γερμανών και η απελευθέρωση της Κέρκυρας δεν έγινε άμεσα γνωστή στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Ιταλίας, εξαιτίας της έλλειψης τηλεπικοινωνιακών μέσων. Ο αμερικανικός ασύρματος της Ερείκουσας δε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, γιατί ο χειριστής του βρισκόταν  στην Κέρκυρα και η επιστροφή του δεν ήταν εύκολη. Επιπλέον, η συμμαχική αποστολή στο Στρατηγείο των ΕΟΕΑ φαίνεται ότι είχε ξεχάσει να μεταδώσει την είδηση!
Έτσι, το μεσημέρι της 11ης Οκτώβρη, λίγο μετά από τις δυο συγκεντρώσεις, αγγλικά αεροπλάνα άρχισαν να πετούν πάνω από το νησί ρίχνοντας προκηρύξεις. Οι ενθουσιασμένοι πολίτες νόμισαν ότι λάμβαναν χαιρετισμό για την απελευθέρωση, αλλά αλίμονο! Όταν το κείμενο-γραμμένο στα γερμανικά- μεταφράστηκε οι Κερκυραίοι πληροφορούνταν έκπληκτοι ότι οι Άγγλοι καλούσαν τους Γερμανούς να..παραδοθούν, γιατί διαφορετικά θα βομβάρδιζαν το νησί. Μπορεί κανείς να φανταστεί την ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιήλθαν οι πολίτες και τις μαύρες μνήμες και τους συνειρμούς που ανασύρθηκαν.
Ευτυχώς το χειρότερο είχε αποφευχθεί καθώς οι συμμαχικοί σύνδεσμοι αναχώρησαν άμεσα για την Ηγουμενίτσα, που υπήρχε ασύρματος και η ταχεία επικοινωνία με το Στρατηγείο των συμμαχικών δυνάμεων της Ιταλίας απέτρεψε έναν ακόμα.. συμμαχικό βομβαρδισμό της Κέρκυρας.

Πέπη Γιάννου

Οι πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο του Κώστα Δαφνή"Χρόνια πολέμου και κατοχής"