Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Σεισμοί στην Κέρκυρα τον 19ο αιώνα




Και η γη εταράχθη!

Πόση ευλογία μπορεί να έχει ένας τόπος όπως αυτός εδώ άραγε; Με εύφορη γη, με γλυκό, εύκρατο κλίμα, με θάλασσα θερμή και γαληνεμένη, και με τα ηπειρώτικα βουνά απέναντι να κόβουν την ορμή των ψυχρών βόρειων και βορειοανατολικών ανέμων. Τόπος προστατευμένος, απομακρυσμένος κι αόρατος από της φύσης τις ιδιοτροπίες. Μήτε σεισμοί, μήτε καταστροφές, μήτε ανυπόφοροι καύσωνες, μήτε δριμύ κρύο. Από καιρό σε καιρό τη νηνεμία της άνοιξης και του θέρους διακόπτουν μονάχα κάτι μπουρίνια και χοντρά χαλάζια, αποτελέσματα της εκτόνωσης μιας συσσωρευμένης νοσηρής υγρασίας, που ταλαιπωρεί ολοχρονίς τους κατοίκους. Γρήγορα όμως περνούν κι αυτά, καταστρέφοντας βέβαια τις σοδειές κι αφήνοντας τους κατοίκους ενδεείς, μα τον τόπο ολότελα ανέγγιχτο, έτοιμο σαν τον φοίνικα να αναγεννηθεί, να διορθώσει μόνος του το κακό και να αποζημιώσει με τρόπο γενναιόδωρο.
Μονάχα οι αρρώστιες, η επέλαση της πανούκλας και της χολέρας, και στα χωριά οι ελώδεις πυρετοί και η τρομερή πελάγρα[1] τρομάζουν τους νησιώτες εδώ. Α! να μην ξεχνάμε και τους Οθωμανούς. Μόνο με τούτες τις φριχτές ασθένειες και τη βάρβαρη οθωμανική επέλαση μπορεί να συγκριθεί ο πανικός των Κερκυραίων, άμα τύχει και ταρακουνηθούνε έστω και λίγο από τον ξένο γι’ αυτούς Εγκέλαδο. Απορημένοι κι ασυνήθιστοι δεν έχουν ιδέα γιατί το νησί τούς φέρεται έτσι, χάνοντας πραγματικά τη γη κάτω από τα πόδια τους. Ο Μάρμορας αναφέρει για ένα σημαντικό σεισμό που συνέβη το 1650 και προκάλεσε σοβαρές βλάβες στα οικοδομήματα και ιδιαίτερα στο οχύρωμα του Αγίου Αθανασίου, που κατέρρευσε ολοσχερώς: «Εν ω υφίστατο καίριον τραύμα η Οθωμανική Αυτοκρατορία, καταστρεπτικώτατος σεισμός έσεισε την νήσον της Κέρκυρας παραγαγών φόβον και αγωνίαν τοιαύτως ως εάν είχε αναφανή και αύθις αναστηθείς ο κατακτητής Σουλεϊμάν».
Αλλά και αργότερα, το Σεπτέμβρη του 1858, ο περιηγητής Αλμπέρ Μουσσόν, που τυχαίνει να παρευρίσκεται στην κηδεία του επισκόπου των Καθολικών στο νησί, θα σημειώσει στις ανθρωπολογικές του παρατηρήσεις: «[...] η εντύπωση της πένθιμης τελετής εντάθηκε από το γεγονός ότι μετά το πέρας της έγιναν αισθητοί τρεις σεισμοί, εκ των οποίων ο πρώτος ήτανε πράγματι ισχυρός. Οι άνθρωποι έτρεχαν στους δρόμους να προστατευτούν κι έκαναν το σταυρό τους με τον τρόπο που συνηθίζουν οι Ορθόδοξοι, οι καμπάνες χτυπούσαν και κάθε άνθρωπος θεώρησε το ανησυχητικό αυτό φαινόμενο σαν απόδοση φόρου τιμής προς τον νεκρό και σαν ένα προειδοποιητικό σημάδι προς την ανθρωπότητα [...]».

Corfu map,  Andre de Thevet, 1576

Αν επιστρέψουμε πίσω στους αρχαίους συγγραφείς, κανένας δεν αναφέρει συμβάντα σεισμών στην περιοχή του Ιονίου και κανένας ποτέ δεν σημείωσε κάποια μεταβολή στη στάθμη των νερών. Αυτή η έλλειψη πλημμυρίδας και άμπωτης μπορεί να άφησε ανέγγιχτο το σχήμα του νησιού, ταυτόχρονα όμως θεωρήθηκε υπαίτια για τους ελώδεις πυρετούς, αφού τα παράκτια ύδατα, αποκλεισμένα από την επικοινωνία τους με τη θάλασσα, γέννησαν τις ήρεμες αλλά μολυσμένες και πυρετογόνες λιμνοθάλασσες, που βασάνιζαν επί χρόνια τους ανθρώπους της εξοχής.
Η επιφάνεια και το διάγραμμα του ωραίου νησιού δεν μεταβλήθηκε ποτέ από τις μύχιες αναταράξεις της γης, παρά μόνο από τη διαβρωτική ικανότητα της θάλασσάς του και από την υγρή του ατμόσφαιρα. Η απέναντι Ήπειρος και η Αλβανία, και στα νότιά του τα άλλα Ιόνια νησιά θα του στέλνουν σποραδικά τους μακρινούς απόηχους των δικών τους καταστροφών, αφήνοντας όμως πάντα ανέγγιχτες τις ακτογραμμές του.

Η εποχή πριν το 1800

Οι παρατηρήσεις από ιδιωτικά ημερολόγια και από ιστορικούς της εποχής μαρτυρούν πως δεν καταγράφηκαν ιδιαίτερες ζημιές μετά το 1800 και για αυτό στη συλλογική μνήμη του νησιού ο σεισμός έχει καταγραφεί ως μια πολύ μακρινή και σχεδόν άγνωστη σε αυτούς ιδιοτροπία της φύσης. Καταστροφές και θύματα φαίνεται να υπάρχουν μόνο στην προ του 1800 εποχή, όταν ο Εγκέλαδος επισκεπτόταν πιο συχνά το νησί, με τα σεισμικά γεγονότα να έχουν εστία –κατά κύριο λόγο– εκτός Κέρκυρας. Εξάρσεις ήπιων σεισμικών γεγονότων σημειώνονται και στα χρονικά διαστήματα 1819-1825 και 1858-1875, χωρίς όμως θύματα και χωρίς αξιοσημείωτες καταστροφές.
Στις 30 του Γενάρη, το έτος 1723, ημέρα Τετάρτη, αργά τη νύχτα κι ενώ το νησί ήταν σκεπασμένο από χιόνι και ζωσμένο από δριμύ κρύο, έγινε ένας φοβερός σεισμός, που επαναλήφθηκε λίγες μέρες μετά, στις 8 του Φλεβάρη, στις δύο η ώρα τη νύχτα. Η γη σειόταν επί ένα τέταρτο της ώρας, η θάλασσα φούσκωσε απειλητικά και προκλήθηκε ένα μέτριο τσουνάμι (θαλάσσια διαταραχή). Ένα ίδιο τρομακτικό κύμα υψώθηκε και με την ισχυρή δόνηση των 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, μερικά χρόνια αργότερα, το Νοέμβριο του 1732.

Ο μεγάλος σεισμός του 1743 με επίκεντρο την Κέρκυρα

   Μία δεκαετία μετά, το Φεβρουάριο του 1743, ο Εγκέλαδος θα επιστρέψει δριμύτερος, με 7 Ρίχτερ και επίκεντρο πια την Κέρκυρα. Από εκείνο το σεισμό το ανάκτορο του Γενικού Προβλεπτή της Θάλασσας θα καταρρεύσει και η καθολική Αρχιεπισκοπή (η σημερινή Τράπεζα της Ελλάδας) θα υποστεί σοβαρές βλάβες. Τότε σημειώθηκαν και σοβαρές ζημιές στο καμπαναριό της καθολικής Εκκλησίας της Ανουντσιάτας. Τα σιδερένια σημερινά δεσίματά της πιθανόν χρονολογούνται από τον καιρό των επισκευών που έγιναν τότε, ύστερα από εκείνον τον ισχυρό σεισμό. Ίσως γι’ αυτό και, παρά την ολιγωρία στη συντήρησή της, επιμένει να στέκεται όρθια ακόμη και σήμερα.

Strada Reale, Αγνώστου, περ. 1850

   Ο λαός θορυβημένος από την πρωτοφανή ένταση εκείνου του σεισμού θα προστρέξει –κατά το προσφιλές συνήθειό του– για παρηγοριά στον Άγιο του, όπου ύστερα από πρόσταγμα του Μεγάλου Πρωτόπαπα Ιωάννη Βούλγαρη, ο κλήρος θα κληθεί να σημάνει τις καμπάνες των εκκλησιών και να ψάλει την παράκληση του σεισμού με ολονυχτία στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος, λιτανεύοντας ταυτόχρονα και το σκήνωμά του, «όπως ελευθερώση ημάς ο Θεός από κάθε κίνδυνο».
Από τα τέλη Ιανουαρίου έως και τις 5 Φεβρουαρίου του 1786 σημειώνεται μια περίοδος διαδοχικών και σφοδρών σεισμών, στη διάρκεια των οποίων έγιναν μεγάλες και πολλές καταστροφές. Οι συγκεκριμένοι σεισμοί του 1786, αν και όχι οι σφοδρότεροι, φαίνεται να είναι οι πιο φονικοί στην ιστορία του νησιού, πιθανότατα εξαιτίας της διαδοχικότητάς τους, εφόσον τότε καταγράφηκαν 126 νεκροί και δεκάδες τραυματίες.

Πρόσταγμα του Μεγάλου Πρωτόπαπα Ιωάννη Βούλγαρη


Η εποχή μετά το 1800

Αν εξαιρέσουμε τον τρομερό σεισμό του Μάη του 1809, με επίκεντρο την Κονίσπολη, που η έντασή του –όπως επισημαίνει ο Στυλιανός Βλασσόπουλος στις Στατιστικές και Ιστορικές περί Κέρκυρας ειδήσεις– έφερε στη μνήμη των Κερκυραίων τον τρομερό σεισμό του 1743, στα κατοπινά χρόνια η μανία της γης φάνηκε να κοπάζει.
Αισθητές, με επίκεντρο όμως εκτός νησιού, θα είναι και οι δονήσεις του 1819, του 1823 και του 1825. Η πρώτη, κάτω από τη σκιά της επαίσχυντης συμφωνίας Μαίτλαντ – Αλή πασά, που έγινε η αφετηρία του δράματος των Παργινών στο νησί, θα έχει ως αποτέλεσμα να σταματήσει να αναβλύζει η πηγή της Δρυμοπόλεως, στα νότια της Μπενίτσας. Θα αναβλύσει ξανά δυο χρόνια αργότερα. Η δεύτερη δόνηση, δυνατή και καταστροφική, θα λάβει χώρα την ημέρα της Αναλήψεως στην Ήπειρο. Δύο χιλιάδες κατοικίες θα κατεδαφιστούν και ολόκληρος ο πολεμικός αρχιτεκτονικός σχεδιασμός των σουλιώτικων πέτρινων οικισμών θα αφανιστεί. Ό,τι δεν κατάφερε η δαιμόνια στρατηγική του Αλή πασά τα προηγούμενα χρόνια, το κατάφερε η καταστροφική δύναμη της φύσης μέσα σε λίγα λεπτά.
Δύο χρόνια αργότερα, στις 19 Ιανουαρίου του 1825, ο μεγάλος σεισμός που θα καταστρέψει ολοσχερώς και για δωδέκατη φορά από το 1612 τη Λευκάδα ταρακουνάει με τρόπο ισχυρό και την Κέρκυρα. Εξήντα νεκρούς θρηνεί το μαρτυρικό νησί της Αγίας Μαύρας, που βρίσκεται μέσα στην πλήρη ισοπέδωση. Τον πόνο της καταστροφής των ημερών εκείνων ομολογεί με πάθος κι η πένα του Λευκαδίτη ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη:

Ηκούσθη εν ταυτώ βοή, ωσάν όλας συγχρόνως
παρεκινούσε τας ψυχάς του Άδου μέγας πόνος
ν’ αναστενάσουν· έφθασε το κέντρον της καρδίας
κι εις τους κατοίκους έχυσε πάσης της Λευκαδίας
το χρώμα του ο θάνατος. Το σύνθημα των κλώνων
υπήρξεν αύτη η βοή και η αρχή των πόνων.

1856: Ο Εγκέλαδος τον Σεπτέμβρη και η έκλειψη σελήνης του Οκτώβρη

Την πρώτη του Οκτώβρη του 1856, στις έντεκα το βράδυ, όλοι οι Κερκυραίοι βγήκανε στους δρόμους για να θαυμάσουνε μια σπάνια, μαγική και βαθιά σκοτεινή νύχτα από μια έκλειψη της σελήνης που έγινε ταυτόχρονα με την πανσέληνο και διήρκεσε μέχρι το πρώτο φως της αυγής. Μόλις έντεκα μέρες αργότερα, στις 12 του Οκτώβρη,[2] στο νησί ήχησε ο υπόκωφος θόρυβος μιας εξαιρετικά σφοδρής δόνησης, που κάλυψε όλη τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου με επίκεντρο το τόξο Κρήτης  – Αιγύπτου και υπήρξε ιδιαίτερα καταστρεπτικός για τη Ρόδο, την Κάσο και την Κάρπαθο. Στις δύο τη νύχτα και μετά το πρώτο σοκ των κατοίκων άρχισαν να σημαίνουν οι καμπάνες όλων των εκκλησιών της παλιάς πόλης. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους πανικόβλητος και κατευθύνθηκε στον Άγιο, παρακαλώντας γονυπετής τον Κύριο να παύσει το θυμό του. Οι γέροντες στις μετέπειτα αφηγήσεις τους ισχυρίστηκαν πως δεν θυμούνται ποτέ να έκανε τέτοιο σεισμό, μέχρι και οι Άγγλοι στρατιώτες εγκατέλειψαν τους στρατώνες τους και περιφέρονταν μέσα στο φρούριο, και οι Εβραίοι έσπευσαν και αυτοί στις συναγωγές τους για προσευχές. Όμως ήταν σύντομος· αν διαρκούσε περισσότερο, εξαιτίας της σφοδρότητάς του, σίγουρα θα υπήρχαν θύματα και σοβαρές υλικές καταστροφές.
Ο Edward Lear στην τρίτη από τις εννέα επισκέψεις του στο νησί, επιστρέφοντας στο σπίτι του από την καραντίνα στην οποία είχε μπει λόγω υποψίας κρούσματος χολέρας φερμένης από την Κωνσταντινούπολη, το βρίσκει να έχει υποστεί σοβαρές ρωγμές, κατάσταση που τον ανάγκασε να μετακομίσει και να σημειώσει για εκείνη τη δόνηση: « …but everybody was woken up at 2 oclock by the worst earthquake Corfu has known for many years [...] but nobody has been hurt in all the city, & no house fallenthought many old ones are cracked [...]».

Η Κακοσημαδιά του 1858

Στις 6 Σεπτέμβρη του έτους 1858 απεβίωσε ο αρχιεπίσκοπος Λατίνων Carlo Rivelli στις 10 τη νύχτα. Τα μεσάνυχτα τον κατέβασαν στο Duomo. Την επόμενη μέρα τον ετοίμασαν για την κηδεία, φορώντας του τα αρχιερατικά άμφια, ενώ οι Φλάροι έψελναν αδιάκοπα. Οι καμπάνες ηχούσαν πένθιμα και όλα τα πλοία είχαν τις σημαίες τους mezzasta. Στις 8 του τρέχοντος μήνα το πρωί κι αφού περιέλουσαν τη σορό με αρώματα, επειδή είχε αρχίσει η σήψη, πήραν την απόφαση, μετά το μεσημέρι, να κατευθυνθούν στο ιταλικό κοιμητήριο. Αφού είχαν διαβεί ήδη τη Βασιλική Πύλη και πλησίαζαν στην περιοχή της Πλατυτέρας, γύρω στις πεντέμισι το απόγευμα έγινε ένας δυνατός σεισμός, που πολλοί τότε καλοπροαίρετοι τον θεώρησαν σαν απόδοση φόρου τιμής προς τον νεκρό και κάποιοι άλλοι, πιο δεισιδαίμονες, το ερμήνευσαν σαν προειδοποιητικό σημάδι προς την αμαρτωλή ανθρωπότητα, σαν έναν κακό οιωνό. Ο πανικός τους, όπως και να είχε, τους οδήγησε μέσα στο μοναστήρι της Πλατυτέρας, όπου έγινε παράκληση, ενώ εκφωνήθηκε και λόγος από τον Ι. Λούντζη. Ένας μικρός μετασεισμός λίγη ώρα αργότερα δεν φάνηκε να τους ανησυχεί· ήταν ήρεμοι πλέον αφού είχαν αποδώσει τα δέοντα στο θεϊκό στοιχείο.

Σεισμός Αυγούστου 1883

Το καλοκαίρι του 1883 υπήρξε επεισοδιακό. Στις 27 Ιουνίου 1883 σημειώνεται σεισμός με ένταση 6 Ρίχτερ στη θαλάσσια περιοχή νότια και δυτικά της Κέρκυρας, επιφέροντας στο βόρειο Ιόνιο ξαφνική απόσυρση. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, στις 5 Αυγούστου του ίδιου καλοκαιριού, το νησί δονείται πάλι, δημιουργώντας προβλήματα αυτή τη φορά στην παροχή του νερού.
Από την εφημερίδα Φωνή διαβάζουμε ότι η δημοτική αρχή οφείλει να μεριμνήσει γιατί οι επανειλημμένοι σεισμοί των τελευταίων ημερών σε κάποια χωριά που δεν απέχουν πολύ από το υδραγωγείο, είναι δυνατόν να επιφέρουν αλλαγή στο ρου των υδάτων, με συνέπεια τη λειψυδρία. Και άλλοτε, συνεχίζει ο συντάκτης, είχε επισημανθεί η ανάγκη να καθαριστούν και να επισκευαστούν οι δεξαμενές στην πόλη, ώστε να υπάρχει επαρκής ποσότητα νερού σε ώρες ανάγκης και να μην υποστεί η πόλη τις λυπηρές συνέπειες της λειψυδρίας.
 Φαίνεται πως σε τούτο το νησί υπήρχε ανέκαθεν η παράδοση να κωφεύουν οι αρχές στα προειδοποιητικά σημάδια και να αρκούνται σε προσωρινές και πρόχειρες λύσεις, μέχρις ότου να βρεθούν πανικόβλητοι και ανίκανοι μπροστά σε ένα πρόβλημα που είχε ήδη διογκωθεί και είχε γίνει πια εξαιρετικά δύσκολα διαχειρίσιμο.

*Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο έβδομο τεύχος του περιοδικού Πορτόνι

Πέπη Γιάννου

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·       ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ, Π., Καθημερούσιαι ειδήσεις, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 2000.
·       ΖΕΡΒΟΠΟΥΛΟΣ, Σ., Βλάβες και ζημιές από σεισμούς και άλλες αιτίες στην παλαιά πόλη της Κέρκυρας από τα μέσα του 17ου αιώνα έως σήμερα, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, Περιφερειακό Τμήμα Νομού Κέρκυρας, Κέρκυρα 2009.
·       Dr H. HAUROWITZ., Αναμνήσεις από την Κέρκυρα, Καλοκαίρι 1896, εκδόσεις Πιτσίλος, Αθήνα 2016.
·       MOUSSON, A., Κέρκυρα και Κεφαλλονιά, Εκδόσεις Ιστορητής, Αθήνα 1995.
·       ΠΑΡΤΣ, Ι., Η νήσος Κέρκυρα, γεωγραφική μονογραφία, Τυπογραφείο Ναχαμούλη, Κέρκυρα 1892.
·       ΤΣΟΥΜΑΝΗΣ, Κ., Η Κέρκυρα μέσα από τα μάτια των περιηγητών, Εκδόσεις ΕΨΙΛΟΝ, Αθήνα 2010.


[1] πελάγρα: Μορφή λέπρας που παρουσιάζεται κυρίως στην ύπαιθρο, πλήττει σε μεγαλύτερο ποσοστό το γυναικείο φύλο και έχει αποδοθεί στην κατανάλωση καλαμποκάλευρου, που δεν έχει συντηρηθεί σωστά.
[2] Ο Π. Σαμαρτζής ορίζει σαν ημερομηνία του σεισμού την 30ή Σεπτέμβρη, ενώ ο Ι. Παρτς την 12η του Οκτώβρη. Η διαφορά στην ημερομηνία πιθανότατα οφείλεται στο παλαιό και το νέο ημερολόγιο.

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2018

Κέρκυρα, η ερίβωλος


 Αμπέλια και ψηλές χοντρόκορμες ελιές, σκορπισμένα σε όλη την ύπαιθρο, μέσα στην πιο πυκνή βλάστηση, απλώνονται απέραντα στο γόνιμο κερκυραϊκό έδαφος. Όπου υπάρχει έστω και μια σπιθαμή χώμα, ανάμεσα στο αμπέλι και στην ελιά, κάποιο ευλογημένο φυτό ή βότανο ξεθαρρεύει να βλαστήσει, αγαπώντας τη γλυκιά ζεστή υγρασία, μόνιμα εγκατεστημένη πάνω από τούτο το νησί. Αυτή η κερκυραϊκή γη ευωδιάζει παντού και οι πρώτοι ζεστοί αέρηδες της άνοιξης ταξιδεύουν μεταφέροντας γλυκές οσμές άγριας φασκομηλιάς, κύμινου, λεβάντας, θυμαριού και δεντρολίβανου. Ακόμη και το καυτό καλοκαίρι, πάνω στην άνυδρη άμμο, φυτρώνουν λευκά ολόδροσα κρινάκια, που στις περιπλανήσεις του θαύμαζε ο μικρός Ντάρελλ: "Χιλιάδες άσπρα λουλούδια στον ήλιο, που ύψωναν σαν πνευστά από ελεφαντόδοντο το στόμιό τους προς τον ουρανό, γέμιζαν τον τόπο βαρύ και πλούσιο άρωμα –το άρωμα του ίδιου του καλοκαιριού –θερμό και γλυκό- και ανέπνεες βαθιά προσπαθώντας να το κρατήσεις μέσα σου".

 Λίγο πιο πάνω από εκεί που απλώνεται η καυτή άμμος, δροσισμένη από το βαθύ μπλε του Ιονίου, φυτρώνουν τεράστιες κρεμμύδες, σχηματίζοντας πραγματική θάλασσα, όσο πιάνει το μάτι. Τα κοτσάνια τους είναι σαν κεριά, στο μέγεθος ανθρώπου και σε διάφορα σημεία καταπνίγονται από τα γαϊδουράγκαθα, τους πρινοφοίνικες, τους θάμνους κάπαρης και τα βατόμουρα, που καλύπτουν τη γη και την κάνουν απροσπέλαστη.
 Ανεβαίνοντας από το επίπεδο της θάλασσας το ανάγλυφο της γης σε εκπλήσσει, αλλάζοντας από μικρά πετρώδη όρη σε πολυάριθμα κοιλώματα, απάνεμες πεδιάδες και προφυλαγμένες ρεματιές, που είναι αυτά που κυρίως φιλοξενούν και την πιο πυκνή βλάστηση. Αυτό το γεωγραφικό ανάγλυφο είναι και το κλειδί για την κατανόηση του κλίματος της Κέρκυρας, που δίνει σφριγηλή ζωή σε όποιον σπόρο πέσει στο χώμα της. Στις προστατευμένες αυτές περιοχές λαχανικά, άνθη και φρούτα, που σε άλλες περιοχές εμφανίζονται περί τα τέλη Ιουνίου εδώ βρίσκονται σε πλήρη ανθοφορία από τις αρχές ήδη της άνοιξης.

Δε λείπει ολοχρονίς καρπός, χειμώνα καλοκαίρι
Τι άλλα το αγέρι το γλυκό γεννάει κι άλλα ωριμάζει.
Μεστώνει απίδι κι άλλο ανθεί, και μήλο πας στο μήλο,
Πας στο σταφύλι άλλο τσαμπί και σύκο πας στο σύκο.
Οδ. 2,(μετ, Αργύρη Εφταλιώτη)

Edward Lear 


 Όλοι οι περιηγητές του19ου αιώνα, στο γοητευτικό αυτό αιώνα της εξερεύνησης και της περιπλάνησης, που έτυχε να επισκεφθούν το νησί δεν παύουν να εκθειάζουν το απαράμιλλο φυσικό κάλλος, το τόσο απλόχερα δοσμένο, που μοιάζει να μη φοβάται και την πιο ισχυρή φυσική καταστροφή. Κάποιοι δεν μπορούν καν να το αποχωριστούν.
 Ο Edward Lear γράφει γύρω στο 1850: «Η ομορφιά του νησιού ήταν απερίγραπτη, έμοιαζε πραγματικά με παράδεισο. Αυτή η γοητεία προέρχεται από την ποικιλία του τοπίου και το υπερβολικό πράσινο που υπάρχει παντού. Κυρίαρχο φυτό είναι η ελιά και υπήρχαν τεράστιοι ελαιώνες. Οι Βενετοί μάλιστα έδιναν εκατό κομμάτια χρυσού για κάθε εκατό ελιές που φυτεύονταν. Υπήρχαν επίσης κυπαρίσσια, ροδιές, συκιές, αμπέλια, πορτοκαλιές, κερασιές, μύτιλος, ανεμώνες, κυκλάμινα, μαργαρίτες, κληματαριές και κουμαριές».
Αλλά και ο Ρώσος Βλαντιμίρ Νταβίντοφ το1835 απορεί για τη διαφορετική εξέλιξη φυτών και δέντρων σε τούτο το νησί σε σχέση με άλλους τόπους:
«Πήγα στον Ποταμό, βορειοδυτικά από την πόλη. Η αγγλική λεωφόρος περνάει από μια πανέμορφη και εύφορη πεδιάδα, που εμφανίζει ελάχιστα ίχνη ανθρώπινης παρέμβασης, η βλάστησή της όμως είναι εξαιρετικά πλούσια και γεμάτη ζωντάνια. Τα δέντρα εδώ έχουν ανάπτυξη πολύ πιο θεαματική από ότι στην Ιταλία. Οι ελιές με το πυκνό πράσινο και τους χοντρούς κορμούς μπορούν να συγκριθούν με τα πιο όμορφα δέντρα της Αγγλίας.
Εκεί όμως ο πλούτος αυτός οφείλεται αποκλειστικά στην υγρασία, ενώ αυτός εδώ ο τόπος, παρά τον καυτό ήλιο, έχει ακριβώς την ίδια πρασινάδα- και όχι μόνον οι φιλύρες αλλά και οι ελιές, το πιο στεγνό και ξερακιανό δέντρο».

Η βελανιδιά και άλλες αφανισμένες καλλιέργειες

 Δεν ήταν όμως μόνο με την ελιά και το αμπέλι που ευλογήθηκε ο τόπος αυτός. Από την αρχαιότητα ήδη, στο νησί υπήρχαν εκτεταμένα δάση βελανιδιάς σε τέτοια πυκνότητα, που πιθανολογείται ότι κατασκεύαζαν οι ντόπιοι ναυπηγοί ακόμα και τα πλοία της θαλασσοκράτειρας Κέρκυρας από αυτό το πάτριο ξύλο. Η καταστροφή τους άρχισε ήδη από τη ενετοκρατία, όταν η προσφορά της Γαληνότατης 42 τσεκίνιων για κάθε φυτεία 100 ελαιοδέντρων υποκίνησε το ζήλο των κατοίκων, που έφτασαν στο σημείο να θυσιάζουν ακόμα και τους αμπελώνες τους προς χάριν του κέρδους. Αποτέλεσμα ήταν οι πεδινοί δρυμώνες να αφανιστούν ολοσχερώς και να παραμείνουν μόνο οι ορεινοί, αλλά και αυτοί μέχρι το 1915-1918, όταν οι δύσκολοι καιροί του πολέμου καταδίκασαν και αυτούς τελικά στην καταστροφή.
Ο καρπός, ιδιαίτερα χρήσιμος στη βυρσοδεψία ως βαφή αλλά και ο πυρήνας του καρπού, το βαλάνι, δίνονταν ως κύρια τροφή στους χοίρους και επίσης κάνοντάς τον σκόνη ανακατεύονταν με τον καφέ, ενώ συχνά ψηνόταν και ολόκληρο στη φωτιά ως ορεκτικό. Εικάζεται ότι αφού έτρωγαν τον καρπό έκαιγαν τα κελύφη χρησιμοποιώντας τα στα θερμά λουτρά τους, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται από τον Ι. Μπουνιά ο τρόπος και η τεχνική που γινόταν αυτό. Αυτός είναι και ο λόγος που τα λουτρά πήραν την ονομασία ≪βαλανεία≫, αντίστοιχα και η ονομασία του χωριού της Β. Κέρκυρας, Βαλανιό, παραφθορά της λέξης ≪βαλανείο≫.

 Ακολουθούσε σε ρυθμό παραγωγής η αμυγδαλιά, που καλλιεργούνταν εντατικά σε λοφοπετρώδεις περιοχές και για τη ΒΔ περιφέρεια του Όρους ήταν το δεύτερο μετά την ελιά δέντρο σε σπουδαιότητα, όσον αφορά στον αριθμό και στο εισόδημα. Τα καρύδια επίσης καταλαμβάνουν πολλά στρέμματα αλλά και οι πατάτες, την καλλιέργεια των οποίων ενθάρρυναν οι γάλλοι διοικητές, οι ίδιοι επίσης που ήταν και οι βασικοί υποκινητές της καλλιέργειας του καλαμποκιού και του σιταριού, με το καλαμπόκι να γίνεται μια από τις βασικότερες τροφές των ανθρώπων της υπαίθρου, παρασκευασμένο προς βρώση ως την περίφημη μπαρμπαρέλα, ένα είδος εξαιρετικά θρεπτικού χυλού. Είναι παράξενο, γιατί σήμερα εκλείπουν εντελώς και αυτά από την τοπική παραγωγή, αλλά ο Ι. Μπουνιάς αναφέρει ότι υπήρχαν ακόμα και μεγάλες εκτάσεις με όσπρια, ρεβίθια, φακές και λαθήρια στην περιοχή του Αλμυρού φημισμένα όλα για το γρήγορο και χυλωμένο βράσιμό τους, που οφείλονταν πρωτίστως στην ύπαρξη ζωικών κοχυλιών στην πεδιάδα.

Edward Lear, Choroepiskopi

 Είναι επίσης λυπηρό που μόνο ίχνη καλλιέργειας της μοναδικής μικρής αρωματικής αγριοφράουλας έχουν απομείνει πλέον, καθώς και την ίδια τύχη φαίνεται να είχε και η εξαιρετική ποικιλία πορτοκαλιών Μέρλιν.

 Ίσως αυτή η σκανδαλώδης γενναιοδωρία της γης, προσφερόμενη έτσι ακοπίαστα να συνέβαλε εν μέρει στη διαμόρφωση της κερκυραϊκής μορφής και προσωπικότητας. Όμορφα, ήρεμα και συμμετρικά χαρακτηριστικά, λαμπερά χαμόγελα, ροπή στη συνεχή διασκέδαση αλλά και μια χαρακτηριστική βραδύτητα στις κινήσεις του σώματος και του νου, όπως αναφέρει στην ανθρωπογεωγραφία του ο Mousson, αλλά και όσοι άλλοι οξυδερκείς περιηγητές επισκέφτηκαν την ύπαιθρο. Τούτη η σχετική αδράνεια πνεύματος και σώματος τούς δημιούργησε την κοινή εντύπωση ότι το κύριο χαρακτηριστικό του αγροτικού κυρίως πληθυσμού ήταν η τεμπελιά και η αποστροφή σε κάθε είδους ερέθισμα, τεχνικής ή πνευματικής εξέλιξης, που προέρχονταν από το δυτικό πολιτισμό. Το γεγονός του αφανισμού της τεράστιας έκτασης της βελανιδιάς, των οσπρίων, των ξηρών καρπών και των άλλων οπωροφόρων κατέδειξε στην πάροδο των χρόνων μια σοβαρή αδυναμία εστίασης στην εντατικοποίηση των καλλιεργειών, παρά την ύπαρξη των πλείστων πρόσφορων συνθηκών.

 Ωστόσο, σήμερα, ευτυχώς δε λείπουν οι προσπάθειες εκμετάλλευσης αυτής της γενναιοδωρίας της γης από νέους ανθρώπους, που έχοντας μια διαφορετική αντίληψη πλέον και ζώντας κοντά στη φύση, επιχειρούν να επαναφέρουν τη ζωτικότητα της γης και των εκλιπόντων καρπών της. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί το Κτήμα Φλαρένα στην περιοχή των Άγιων Δέκα.

Πέπη Γιάννου

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


 - Μπουνιάς Ιωάννης, Κερκυραϊκά, Ιστορία-Λαογραφία, τ.Α, Αθήνα 1954
- Τσουμάνης Κώστας, Η Κέρκυρα μέσα από τα μάτια των περιηγητών, εκδ. Έψιλον,
Αθήνα 2010
-  Κεφαλλωνίτης Νίκος, Αναφορά στο Σπαρτίλλα, Κέρκυρα 2006
 - Albert Mousson, Κέρκυρα και Κεφαλλονιά, μια περιήγηση το 1858, Ιστορητής 1995
- Gerald Durrel Η οικογένειά μου και άλλα ζώα, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2015
- Παρτς Ιωσήφ, Η Νήσος Κέρκυρα- Γεωγραφική μονογραφή, τυπογραφείο Ναχαμούλη, Κέρκυρα 1892








Σάββατο 14 Απριλίου 2018

Γιατί δεν ενυμφεύθη ο Χριστόφορος Ντελάντες: Της Άννυς Νούνεση


Από σπίτι ο Χριστόφορος Ντελάντες έμενε εις το καντούνι της Μάντζαρος. Εκαθόντανε εκεί με τη μάνα του, τον πατέρα του και τη νόνα του, από τη μεριά του τάτα του. Το σπίτι ήτανε ένα αρχοντικό, στο τρίτο πάτωμα, με τρεις κάμαρες ντα λέτο, με σαλόνι και σαλονέτο, με τραπεζαρία, με νάτολα πίσω από την κουζίνα, με μπάνιο και με καμπινέ και με λετρίνα χώρια, νιέντε μένο.
«Μωρή κοπέλα μου δεν έχει σλάντσο ο γυιός σου, όλος ο πατέρας του είναι», έλεγε η νόνα του, όταν έλειπε, φυσικά, ο γυιός της, «δεν ήτανε να σου μοιάσει τότσο, μη σου πω που σκιάζομαι που και δε φτάκει ούτε το μπόρ τση γιότσας τση καλής.» 
Η νόνα εξεχώριζε ακόμα και σε ποια γιότσα δεν θα έφτανε, ο καψερός ο αγγονάς της και έβανε έπειτα μόνη της τα γέλια, γιατί όπως έλεγε, η γιότσα τση σάλας ήτανε τότσο πιο χαμηλή από την καλή, εκείνηνε που είχανε στο πόρτιγο.
«Λέω να μην τα κλείνει αυτός τα σκούρα», εσιγοντάριζε την πεθερά η νύφη τση, η μάννα του. «Πρώτα βάνει το μπαγκούλι να ανεβεί κι ύστερα γδώνεται να φτάκει τσι τσινγκινιόλες, θα τονε βρούμε μπρούμυτα στο καντούνι κάνα απόγιομα και άκου, λέω να πέφτει για ύπνο νηστικός, γιατί θα κάμει και προκοίλι. Να τονε μάθουμε να τρώει φρούτα, δεν θα του γένεται ξύγκι όλο το φαί άμα τρώει το βράδυ φρούτα.»
«Τάλε κουάλε ο πατέρας του», εσυμπληρώνανε, «θα μας ακούσει όμως ο φλημένος και θα το πάρει ο άχαρος ντα πέτο που δεν ψηλώνει και θα του κακοφανεί.»
«Μπα, μπα, μη τονε σκιάζεσαι», έλεγε η νόνα, «αυτός και κλομπόκιο να τονε πούνε με το τίρο πόχει, δύο μέτρα ύψος θα του φαίνεται όπου κουβαλεί, εγώ λέω, όμως, να τσι κλείνει τσι φανέστρες, από τη μεριά τση Φιλαρμονικής, δεν την είδες τη θυγατέρα του νόντσολου που τονε κανοκιαλάρει;»
Γιατί απέναντι, αλήθεια εκαθόντανε ο νόντσολος τ’ Αγιού. Γιατρός εις το επάγγελμα, αλλά και παιδί τση εκκλησιάς από μιτσό, μια ταμένο από τη μάμα του γιατί ήτανε ωχρό, μια από το πατέρα του γιατί ήτανε λιανό, έβγαινε κάθε φορά στις λιτανείες, με μια τόρτσα μεγαλύτερη από το μπόι του και πότε γιατρός, πότε νόντσολος, πότε ψάλτης, εκατάφερε να γένει μπενεστάντες. Είχε στο σπίτι του γυναίκα, μα είχε και τη μάμα του, και του εμεγαλώνανε κι οι δυο μαζί τη μια και μοναδική θυγατέρα, που την είχε κι αυτός, όπως είχανε όλοι τσι θυγατέρες τσου στη χώρα «μη μου άπτου».
 Βέβαια και της μικρής της άρεσε ο Χριστόφορος, γιατί ήτανε σπιρτόζος, παρόλο που δεν ήτανε ψηλός και εκοκορευόντανε πολύ όπου τηνε κοιτάζει.  
Τση χαμογέλουνε, το λοιπόν πάντα, ο Χριστόφορος, άμα την έβλεπε στην πιάτσα και τση λεγε κουάζι «καλημέρα σας», όταν ετύχαινε να κοντραστάρουνε στο βόλτο του Κοκκίνη, την ώρα που πηγαίνανε για του Στεριώτη το σκογειό, που ήτανε εκείνο τον καιρό καλύτερο από όλα. Μα εκεί που εφαινόντανε, για τα καλά οπού τση κάνει γάρμπο, ήτανε την ώρα που επήγαινε να κλείσει τσι φανέστρες, εκείνες τσι πολλές, τσι μπροστινές που βλέπανε εις το καντούνι το μεγάλο.
Την έβλεπε που εκαθόντανε, κοντά εις το παράθυρο από νωρίς, με το βιβλίο στο χέρι, κι έκανε μια ώρα, να πάρει το μπαγκούλι, ν’ ανεβεί, ν’ ανοίξει το παράθυρο, να γδωθεί, να φτάκει τσι τσινγκινιόλες, να τσι σπρώξει, ώσπου να του φωνάξει η νόνα του, «τζόγια μου, μας επλευρίτωσες, πούντα θα μας έρθει», οπότε την έκλεινε επιτέλους τη φανέστρα. Έπαιρνε έπειτα το μπαγκούλι και το πόθωνε πιο κει, μέχρι που να τσι κλείσει και τσι πέντε, και ν΄ ακουστεί φόρα βότσε τση νόνας η φωνή για το φινάλε, «μην αφίνεις, τζόγια μου, στη μέση τση κάμαρης ιντρίγα», θέλοντας μ΄ αυτόν τον τρόπο να του πει πως έπρεπε να βάλει το σκαμνάκι εις την θέση του.

Επήγανε έτσι μπροστά κάνα δύο χρόνια. «Κάνουνε τσου ερώτους τσου», έλεγε η νόνα. «Γάρμπο είναι τούτο, δεν μπορεί, δεν σγαράρουνε λεφτό, ούτε το ρολόι τ’ Αγιού δεν είναι τόσο α πούντο.»
 Επήγε όμως κι ήρθε ο καιρός κι απέναντι αλλάξανε τα σέστα και ο Χριστόφορος έψαχνε τώρα μάταια τη Δουλτσινέα του, η οποία δεν εφαινόντανε άλλο πια πίσω από τη φανέστρα. Άδικα επαράστεκε κι έψαχνε ο καψερός, μα εκείνη πουθενά.
Περίμενε και πικραινόντανε που δεν την έβλεπε, γιατί δεν ήξερε τι στάθηκε, δεν ήξερε τι γένεται και δεν του φανερώνεται εις το παράθυρο. Δεν έλεγε όμως λόγο, δεν εμιλούσε, εκοίτουνε μοναχά τη νόνα του και τση χαμογελούσε άμα την άκουε να λέει στη μάννα του, «μωρέ δε μου λές, γιοντερίτσινο πίνει ο νόντσολος, που του κουβαλεί σάκες τα μανταρίνια ο μανάβης; Ω! και μη λησμονήσεις να πάρεις μανταρίνια και για το παιδί», έλεγε μετά, «τσήφαγε τσι κλιμεντίνες όλες», και τα έχανε μετά ο καψερός, όταν του φώναζε, «μη με κοιτάζεις έτσι, σαν τον έμπετε, σύρε να κλείσεις τσι φανέστρες, είναι δικό σου το ιμπένιο, τόπες, δε τόπες, που θα τσι κλείνεις πάντα εσύ, τόπες κι έκαμες κι όρκο». Πήγαινε εκείνος φυσικά, μα ανόρεχτος, γιατί η δεσποσύνη του δεν εφαινόντανε άλλο πίσω από τσι κοντρίνες.
Κακό δεν είχε πάθει η μιτσή, μα σαν την βρήκε ο κουράντες τους ωχρή, διόρισε σιρόπι δυναμωτικό, να παίρνει ένα κουτάλι το πρωί κι ένα το μεσημέρι, να πιάκει τότσο κρέας, είναι και θηλυκό αμιά. 
Κι έτσι όπως το έλεγε η νόνα του ήτανε, σαν να πίνανε μποτίγιες το μουρουνόλαδο στου γείτονα το σπίτι έτσι που ανεβαίνανε τσι σκάλες, η μια πίσω την άλληνε, οι σάκες με τα μανταρίνια.
  Η συνταγή που διόρισε τση κοπέλας ο γιατρός ήτανε «ένα μπικερίνι μουρουνόλαδο το πρωί, ένα το μεσημέρι και προσοχή, αμέσως μετά, μια σκάρδα μανταρίνι». Τση ανοίγανε λοιπόν το στόμα μ’ ένα κουτάλι, και αδειάζανε μέσα γρήγορα το κίτρινο υγρό. Η δόση ήτανε μετρημένη με το ασημένιο το κουταλάκι, το βαφτιστικό της. Της δίνανε το γιοντερίτσινο με αυτό και τη ρουμπώνανε μετά το φρούτο το ξινό, την υποχρεώνανε δε πάντα να φάει ολόκληρο το μανταρίνι, «έλα, φάτο οπού θα πάει και χαμένο, παναπεί».
Το έτρωγε η φλιμένη, μα αναρίτσιαινε όλη και τση ερχόντανε κακό από τη μυρωδιά του ψαριού σε συνδυασμό με το ασήμι και το σπίρτο του μανταρινιού. Κρατιόντανε, όσο μπορούσε, μα συνήθως έκανε εμετό, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνεται η ίδια κίνηση, δύο και τρείς φορές, μέχρι να πιεί η μικρή το δυναμωτικό της.
Την πάψανε βέβαια, όπως ήτανε και φυσικό και από τη φανέστρα, δεν την αφήνανε να κάθεται κοντά εις το παράθυρο, γιατί όπως έλεγε η νόνα της, «κόβει ψυχή μου η σφέζα, θα σε φυσήξει καμιά ώρα, έτσι φτενή που είσαι και θα τρέχουμε, οπού αυτό μας έλειπε να κάμουμε και μαντού». Η Σταματέλλα που άκουε το λόγο, απομακρύνθηκε το λοιπόν από τα παράθυρα και φυσικά και από τον Χριστόφορο και είχε δύο χρόνια τώρα ακόμα και να τονε σκεφτεί.
Φύγανε μετά με τη σειρά τους κι άλλοι χειμώνες, κι άλλα καλοκαίρια και εμεγάλωσε τόσο του νόντσολου η κόρη του, που αντί να περνάει το βόλτο για να πάει στο σκογειό, το παίρνουνε τώρα για να πάει στα μπάνια με τσι φιλονάδες της, χωρίς ούτε και να θυμάται το γειτονόπουλο.  
Ώσπου ξαφνικά, και μες εκεί λίγο πριν από τσι γιορτάδες, ήρθε ένα απόγιομα στο σπίτι τσου η θειά τση, εκείνη πούχε στη Στρατιά και έφερε τση μάμας τση και του παπάκη τση λόγο από το νόντσολο, για τον υγιό του. Την ήθελε λέει τη Σταματέλλα, ο Χριστόφορος από μιτσός και τώρα είχε έρθει η ώρα να τηνε χαλέψει, να την αρραβωνιαστεί και να την πάρει, να τηνε στεφανωθεί. Δεν ήθελε λέει να πάει μοναχός του εις την Βιέννην, όπου θα γενόντανε κατά τον παπάκη του ντοτόρος. Προμέσι σπόζι δεν θα εκαθόντανε πολύ, μετά τον αρραβώνα θα την εστεφανωνόντανε και θα εφεύγανε για την Αυστρία, αντάμα. Τα άκουσε όλα αυτά και έκρυψε τα μούτρα τση από γλυκειά ντροπή η Σταματέλλα, σα τονε θυμήθηκε πίσω από τη φανέστρα. Ούτε κοντεσίνα να είμαι, εσκέφτηκε, και γίνηκε σαν το μπουχασί και τσή ήρθανε σπυλάδες σαν εφαντάστηκε τσι ντρολτσέτες που θα τση έκανε ο Χριστόφορος γιατί, ναι, ναίσκε, θα του λέγανε, τζα, κι αυτή και ο μπαμπάς της.
Έτσι η βίζιτα για το σταμπένε τση σεμπριάς εκανονίστηκε, με τη βοήθεια τση Τζίας, για κείνηνε την Κυριακή που ερχόντανε, μετά τσι έξι το απόγιομα.
Πρεμούρα με πιάνει οπού θα σου τα πω ετούτα δω και πάλπιτο στο πέτο. Κανείς δε ξέρει αλήθεια γιατί έφυγε, σόλο, με μια βαλίγκια μοναχά ο Χριστόφορος Ντελάντες, μα έτσι ακριβώς εγίνηκε, όπως θα σου τα λέω.
Εβάλανε λοιπόν σαν ήρθε εκείνη η Κυριακή, στη μέση τση μεσάλας, πρώτα πρώτα τσου μπεζέδες. Τα μανταρίνια τα εβάλανε μετά στην ασημένια μπομπονιέρα για να μοσκοβολάει ο τόπος κι απάνου στο σερβάν εβάλανε τσι κύκαρες και τα πιατέλα τα λευκά με τουβαέλια πάνου στο τραπέζι το μιτσό, το κρύο νερό πιο κει στο γυάλινο το μπουκαλέτο, μαζί και τη μποτίγια το λικέρ και το κουνιάκου, εκλείσανε και τσι φανέστρες και κάτσανε να τσου δούνε να ’ρχονται, μπότα τσι οχτώ όπως τα είχανε πεί.
«Τούτο α πόστο», είπανε, και αμέσως ανοίξανε την πόρτα καθώς εβάρησε και ο Άγιος μπότα οχτώ.
Πρώτα εμπήκε εις τη σάλα η γιαγιά. Πίσω τση η μάμα, αλαμπρατσάντε με το νόντσολο και πίσω, με το κότολο πιασμένο να μην το πατήσει, η Σταματέλλα. Έκαμε όμως σα μπήκε εις το σαλόνι ένα πάσο κατά το κομό και έκατσε στάσουλο το βλέμμα της απάνου εις τις κλιμεντίνες κι έμεινε εκεί ξερή με τα μάτια γουρλωμένα σα μπομπόλους. Καθίστε, είπανε, και κάτσανε οι άλλοι κάτου με τη μία, όλοι μαζί. «Δεν μας παίρνει να κάτσουμε ανύπαντροι πολύ», είπε και ο Χριστόφορος και τση εχάιδεψε το μάγουλό τση το δεξί.
Την άγγιξε τότσο ελαφρά και εις τη σοτογόλα και παίρνοντας πίσω το χέρι του το πέρασε από το πέτο τση ελαφρά. Εκεί, τότε, την έπνιξε η φρεσκίγια. Είχε φάει ως φαίνεται κάνα δυο σκάρδες μανταρίνι ο Χριστόφορος μπριχού. Κοκκίνισε η κοπέλα η καψερή και φαντάστηκε απότομα τη μάνα τση μπροστά της να τση βαστάει την κύκαρα και να τση χώνει το κουτάλι εις το στόμα, «πιέστο», την άκουσε να λέει, «πιες το που μας το διόρισε ο γιατρός, πιες το μα μην ξεράσεις». 
 Πρασίνισε και άσπρισε, εκεί μπροστά σε όλους η καψερή και έκαμε απότομα ένα γκλουπ, κάτι που ακούστηκε σα μπόρτσιο, έφερε δε τα χέρια εις το στόμα της, κι έφυγε κατεβαίνοντας δύο δύο τσι σκάλες, αφήνοντάς τους όλους σέκους, εκεί, να μην καταλαβαίνουν γιατί έκαμε με το που την άγγιξε ο Χριστόφορος εμετό. Να μην καταλαβαίνουν γιατί έφυγε, αφήνοντάς τους όλους ιμπάντο και το Χριστόφορο τον άμοιρο, αμανάτο, με το στόμα ανοιχτό, σαν ασημένιο μπατιδούρο.

Γλωσσάρι:

Κάμαρα ντα λέτο / κρεβατοκάμαρα
Νάτολα / αποθηκούλα πίσω από την κουζίνα
Λετρίνα / τουαλέτα
Νιέντε μένο / ούτε λίγο ούτε πολύ
Σλάντσο / ύψος
Γιότσα / έπιπλο, συνήθως στην είσοδο
Τσιγκινιόλες / γάντσο που κρατάει τα παραθυρόφυλλα
Τάλε κουάλε / ίδιο
Κλομπόκιο / βούλωμα, κοντός
Τίρο /ύφος
Νόντσολος /καντηλανάφτης
Κανοκιαλάρω / κοιτάω επίμονα 
Μπενεστάντες / καλοστεκούμενος
Κουάζι / σχεδόν
Κοντραστάρω / (εδώ) συναντώ
Γάρμπο / έρωτας
Γδώνω / τραβάω
Γδώνομαι / τραβιέμαι
Τζόγια μου/ χαρά μου
Ποθώνω / βάζω
Φόρα βότσε / με δυνατή φωνή
Ιντρίγα / άχρηστα πράγματα μες τη μέση
Σγαράρω / ξεφεύγω
Α πούντο / με ακρίβεια
Σέστα / συστήματα
Γιονντερίτσινο / μουρουνόλαδο
Έμπετες / κουτός
Κουράντες / γιατρός
Μποτίγια / μπουκάλα
Μπικερίνι / ποτηράκι
Σκάρδα / μια φέτα (για μανταρίνι, πορτοκάλι, σκόρδο)
Αναριτσιαίνω / ανατριχιάζω
Σφέζα /χαραμάδα
Φτενή / λεπτή
Ντοτόρος / γιατρός
Προμέσι σπόζι / αυτοί που έχουν δώσει υπόσχεση γάμου
Μπουχασί /κόκκινο
Σταμπένε /το σύμφωνο
Πρεμούρα / βιασύνη
Πάλπιτο / ταχυπαλμία
Πέτο / στήθος
Σόλο / μόνος
Μεσάλα / μεγάλο άσπρο λινό κεντητό τραπεζομάντηλο
Μπεζέδες / μαρέγκες, τα προσφέρανε στους αρραβώνες
Κύκαρες / ποτήρια
Μπότα / ακριβώς
Τούτο α πόστο / όλα στη θέση τους
Μπατιδούρος / σήμαντρο
Φρεσκίγιας / η μυρωδιά από αυγό, ψάρι η μανταρίνι
Μπόρτσιο / βρογχικά
Σέκο / ξερό
Σέκους / ξερούς